Χρόνος ευγηρίας

PDF
smaller text tool iconmedium text tool iconlarger text tool icon

 

 

   «χρονικό ευγηρίας»

 

 

 

Ο δρόμος πέθαινε στο βάθος του ορίζοντα ντυμένος μια πισαρισμένη θλίψη και την απόκοσμη ζέστη του μεσημεριού. Τα κρίνα και τα επιπόλαια λουλούδια του καιρού γιόμιζαν τα παρτέρια και τις ευρύχωρες εσοχές που είχαν απομείνει γυμνές από προσόψεις και πεζοδρόμια. Ο νεαρός προχώρησε δειλά προς τον καφενέ που έστεκε στο μέσον της διαδρομής. Είχε την εμπρόσθια πόρτα του ορθάνοιχτη και από το εσωτερικό ακούγονταν τρανταχτά γέλια και φωνές γερασμένων ανθρώπων. Μια φθαρμένη ταμπέλα, καμωμένη από κάποιο παμπάλαιο ξύλο περίμενε στωικά την πτώση της, φουσκωμένη και σάπια καθώς ήταν από τις επίμονες βροχές και τους χειμώνες που είχε απαντήσει. Θολή η βιτρίνα κρατούσε μακριά τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών που οδοιπορούσαν  σκεφτικοί προς τις πέρα γειτονιές.

Ο νέος πέρασε μέσα, δίχως να το πολυσκεφτεί. Είχε αποκάμει από την πολύμηνη πορεία και δεν βάσταγε να τριγυρνά πια άσκοπα στον κόρφο του κόσμου. Πέρασε σκυφτός στο σκοταδιασμένο κατάστημα και δίχως να αποκριθεί στην διερευνητική θωρριά των θαμώνων, ακούμπησε στο μωσαϊκό την καφετιά βαλίτσα που κρατούσε για να καθίσει έπειτα στο μεταλλικό τραπέζι που έβλεπε προς το δρόμο. Το πρόσωπό του καθρεφτίστηκε για μια στιγμή στην καλογυαλισμένη επιφάνεια και εκείνος τρόμαξε από την παρουσία του ξένου, με τα μακριά, γκρίζα μαλλιά και το ροζιασμένο άγγιγμα. Τόσες αιώνιες αγωνίες, τόσα αρχαιολογικά πρωινά και δεν πρόλαβε να δει τον εαυτό του που όλο γερνούσε μες στα παλιά ημερολόγια των καθώς πρέπει γραφείων της πόλης. Έκρυψε τη δακρυσμένη έκφρασή του με τα χέρια και μες σε πνιχτούς λυγμούς αποδέχθηκε τη μοίρα του. Κανείς δεν θα νοιαζόταν για το περιεχόμενο των αποσκευών του, ενώ ως άγαλμα θα φρόντιζε  να υπομείνει τα υποτιμητικά σχόλια των ανθρώπων. Εμπρός του τώρα ένα τσούρμο παιδιά διέρχονταν ανταλλάζοντας τα κερασμένα γλυκίσματα που είχαν με κόπο περίσσιο κερδίσει τραγουδώντας τον ύμνο του χρόνου. Ένα από εκείνα κοίταξε με απελπισία το αποκορύφωμα των καιρών  και ύστερα χάθηκε προς την πλατεία, δίχως να έχει κάποια συναίσθηση για το αλησμόνητο απόκτημα της νεότητας.

Κάποιος από τους θαμώνες σύρθηκε γερασμένος προς το μικρό τραπέζι του νέου. Μια οσμή ναφθαλίνης και παλαιότητας πρόδωσε τη σιωπηρή παρουσία του.
«Καλησπέρα νεαρέ μου! Μπορώ;…», ακούστηκε να λέει ο ηλικιωμένος άνδρας που χαμογελούσε επιδεικτικά, κομψά βαλμένος μες στην τσόχινη λιβρέα του. Ο νεαρός άνδρας με έκπληξη κοίταξε την εράσμια μορφή που σάλευε ετοιμόρροπη εμπρός του και αποκρίθηκε ευγενικά στην πρότασή της.

«Βεβαίως! Άλλωστε δεν γνωρίζω κανέναν από το πλήθος και ομολογώ πως μέσα μου στενάζει μια σφοδρή επιθυμία να μιλήσω, μήπως και έτσι ξεχάσω την επώδυνη μοναξιά μου», ανταπάντησε ο νέος και προσέφερε μια από τις ξύλινες, καφασωτές καρέκλες στον γερασμένο άνδρα. Εκείνος δοκίμασε λίγη από τη ρακή που συντρόφευε την περιήγησή του και ύστερα κάθισε διακριτικά πλάι στον νεαρό.
«Σας περιμέναμε…», ψέλλισε ο άνδρας με τα σαβανωμένα μαλλιά και έσφιξε το χέρι του νεαρού. Εκείνος σάστισε και σαν το ζώο που ξαφνικά βρίσκεται εμπρός από κάποια φωσφορική είσοδο δίστασε, μα έπειτα βάλθηκε να γυρεύει την κατάλληλη απόκριση για ετούτη την ξαφνική προσέγγιση.

«Εμένα;», αναρωτήθηκε με ύφος και έστρεψε το κεφάλι του προς το δρόμο που τώρα έσφυζε από ζωή . Ο θόρυβος από το σαθρό βουρκόνι που περνούσε έφερε στη μνήμη του νέου κάτι από την τελειωμένη ζωή του. Οι καμπάνες από την εκκλησία χτύπησαν και ο ήλιος που μέχρι τότε όριζε τα ορατά, έγειρε το κεφάλι σε ένα ολόλευκο σύννεφο και αποκοιμήθηκε, έτοιμος να πνιγεί στο γαλάζιο της θάλασσας. 
Ο γέρος, κράτησε γερά το ποτήρι στα τυλώδη δάχτυλά του και πήρε να μιλά, αδιαφορώντας για το θόρυβο που κατέφτανε από το δρόμο. «Σε τούτο τον καφενέ, μαζεύονται κάθε τέτοια εποχή όλοι οι παλαιοί μας χρόνοι και μιλούν για τις περασμένες δόξες, για τα σφάλματα των ανθρώπων. Ύστερα, με περίσσιο κέφι προϋπαντούμε το νέο χρόνο που θα έρθει και πίνουμε στην υγειά του. Τη θλίψη σου την έχουμε νιώσει όλοι μας αιώνες τώρα!», εξήγησε ο γέροντας και χτύπησε το βαρύ του χέρι στην παγωμένη επιφάνεια του μικρού τραπεζιού, σαν να ήθελε θαρρείς να επιβάλλει τούτη την παράδοξη αλήθεια του.
«Δηλαδή, του λόγου σας όλοι είστε οι παλιοί μας χρόνοι!», ρώτησε με έκπληξη ο νεαρός άνδρας.

«Ακριβώς! Μαζευόμαστε εδώ, μακριά από τους ανθρώπους που όλο μικραίνουν τον καιρό με τα χαμηλοτάβανα, άλλοτε αδιέξοδα σχέδιά τους και διηγούμαστε τις θρυλικές ειδήσεις των καιρών μας. Το ’40, μονάχα, αρνείται πεισματικά να εξιστορήσει την εποχή του και τούτο θαρρώ γιατί πασχίζει να λησμονήσει όλα του τα κρίματά», σχολίασε με ύφος εμπιστευτικό ο γέροντας και έμπηξε τα γέλια με την αδεξιότητα του νεοφερμένου άνδρα.
«Θαρρώ πως εκείνος εκεί ο κομψός κύριος που όλο κομπάζει πρέπει να είναι το 2000», σκέφτηκε ο άνδρας και  με τρόπο διακριτικό έστρεψε τη ματιά του προς εκείνη την κατεύθυνση.

«Του λόγου του είναι μονάχα φαφλατάς! Από την ώρα που έφτασε εδώ, δεν χάνει ευκαιρία να περιφρονεί τα άλλα σπουδαία έτη και να μιλά ώρες ολόκληρες για τη μεγάλη του σημασία. Φριχτές ματαιότητες που θα χαθούν, καθώς θα σβήνει η τελευταία θύμηση του καθενός μας», μονολόγησε ο γηραιός άνδρας και με θλίψη κοίταξε τον κόσμο που νύχτωνε γοργά, υπακούοντας στις προσταγές μιας αιώνια εναλλαγής.
«Είμαστε όλοι χρόνοι, λοιπόν και μάλιστα περασμένοι…», είπε ο νέος και κοίταξε το είδωλό του στο βάθος του σιδερένιου καθρέφτη που έχασκε από εικόνες στον απέναντι τοίχο του καφενέ. Ο νέος δάκρυσε και θρυμμάτισε τον ανθό που είχε με κόπο κρατήσει από την περιήγησή του στον ίσκιο των ημερών.
Ο καινούριος χρόνος φάνηκε να περνά γοργά από την απροσμέτρητη λεωφόρο.

«Καλή τύχη», ευχήθηκε ο άνδρας που όλο και γερνούσε πια για να απομείνει κάποτε μια σκιά ανάμεσα στα χαλάσματα. «Καλή τύχη!».
«Το ξόδεμά μας, δεν είναι παρά η υποθετική σκηνή, ενός βίου υποθετικού», ανέφερε ο γερασμένος άνδρας με το μισοάδειο ποτήρι και σκεπάστηκε ζεστά με το τριμμένο σακάκι του.
«Η μοίρα σου, θα είναι πάντοτε να ξοδεύεσαι», συμπλήρωσε και έκανε να σηκωθεί από τη θέση του για να μιλήσει στο 1922 που, σαν αιμάτινο ναυάγιο έκλαιγε γοερά για τις νεκρές ελπίδες, για του συρόμενους θανάτους που πια είχαν στεριώσει τόσο καλά. Ο νεαρός χρόνος, το 2009, μέτρησε για μια στιγμή τις λιγοστές εποχές του και ύστερα σίγασε για να ορίσει  την απεριόριστη ικανότητα των σιωπών του.
Θα ξημέρωνε νέος, καινούριος χρόνος για τους ανθρώπους και τις ελπίδες. Μα είναι το ριζικό μας αναπόδραστο.

 

Add comment


Security code
Refresh