Το κοριτσάκι με τα άνθη

PDF
smaller text tool iconmedium text tool iconlarger text tool icon

 

 

   για το αγαπημένο κοριτσάκι
   των πλανόδιων επιθυμιών

 

 

Τι νύχτα και εκείνη, με τόσα μετέωρα φωτεινά και ένα φεγγάρι ολόγιωμο, φορτωμένο όλα θαρρείς τα σβησμένα πρόσωπα του κόσμου! Παραμόνευε ο χρόνος μες στο σκοτάδι και ένα σωρό αγωνίες και θραύσματα ελπίδας κουβαλούσε. Το παράπηγμα ήταν στημένο στη μέση του πουθενά, εν μέσω δέντρων, βιαστικών τροχοφόρων και ηλεκτρικών φωνών. Δεν λογαριάζονταν οι θαμώνες εκείνου του πολύχρωμου σύμπαντος. Μες στα λινά τους υφάσματα οι άνδρες, πάντα με ιδρωμένα πρόσωπα και χέρια όλο ανομήματα. Οι γυναίκες πάλι ανεβασμένες στο πάλκο χόρευαν δαιμονισμένα σαν τις μυθολογικές μαινάδες που λικνίζονταν παθιασμένα στην αλλόκοτη όψη του θανάτου.

Και έπειτα, ανάμεσα στα αιμάτινα ναυάγια της νύχτας, το μικρό κορίτσι με τα πανέρια στα χέρια, μοίραζε λουλούδια πορφυρά στα χαλάσματα και μαθήτευε πλάι στις απελπισμένες ανθρωπότητες. Τι μεγάλα μάτια που είχε εκείνο το προσωπείο θυμάμαι! Καμιά φορά, σαν βρίσκομαι στο παλιό λιμάνι με τους σιδερένιους κάβους και τα νεκρά, από καιρό πλοία της γραμμής, θαρρώ πως τα εμπρόσθια φανάρια ενός κάποιου περαστικού βαποριού, είναι τα δικά της, παιδιάστικα βλέμματα. Μα το διερχόμενο παρόν πάντα φεύγει γοργά και τα ταξίδια απομένουν πέτρινα χέρια που κάποτε πρότειναν ένα ανθρώπινο άγγιγμα.

Ποτέ δεν μίλησα σε εκείνο το κορίτσι με τα λυτά, μαύρα μαλλιά. Ποτέ και ας με είχε πλησιάσει μυριάδες φορές για να φορέσω, έστω από μια ψευδέστατη χαρά εκείνον τον πορφυρό ανθό που στέγνωνε στο μωσαϊκό με τις ψηφίδες και τα χιλιάδες χνάρια, απομεινάρια των επίμονων χοροεσπερίδων. Έτσι είχε βαπτίσει τις συναθροίσεις μας σε εκείνο το λαϊκό κατάστημα ο γέρος με τη βαριά ανάσα, τη βαριά ψυχή. Κάθε τόσο, καθώς έλιωνε στα φτηνά κεράσματα συνήθιζε να μιλά, με μια βραχνή φωνή για το φως που ντράπηκε τα ανθρώπινα και χυνόταν πια θλιμμένο στο χωμάτινο δρόμο του αδιέξοδου δρόμου. Πόσα αδιέξοδα, πόσες ευκαιρίες και ύστερα, καπνός και τίποτα. Μόνο εσοχές προσωρινές, ευρύχωρες, σαν τα σχέδια των παμπάλαιων κτισμάτων που φιλοδοξούσαν να χορτάσουν τις στεγασμένες περιπτώσεις των ανθρώπων.

Το κορίτσι βάδιζε απρόθυμα,  θυμάμαι μες στην εκκωφαντική σιωπή των μέθυσων. Τα χείλη της ήταν πάντα γιομάτα στάχτη και όλο λαμπύριζαν με το κατακόκκινο χρώμα της νιότης τους. Κάθε που κουραζόταν, θυμάμαι στεκόταν στο βάθος του ετοιμόρροπου ναού και με τα ευωδιαστά σύνεργα της μοναξιάς της απλωμένα στα γόνατα, φάνταζε ως ένα πελώριο μυστικό, αφελές. Η νύχτα έριχνε, καθώς πάντα τα μαύρα χαλίκια της στην αιχμηρή στέγη και από όλα τα απεγνωσμένα χρώματα της οροφής, έντονες και αναλλοίωτες απέμεναν εκείνες οι αποχρώσεις του χρόνου. Ο βαθύς καθρέφτης που έχασκε, δίχως είδωλα στην άκρη της πίστας, μαρτυρούσε τους μορφασμούς των αναρίθμητων ξένων που διασταυρώνονταν στο θολό γυαλί του. Ποτέ δεν στεκόταν εκείνο το κορίτσι εμπρός από τον καθρέφτη. Ίσως τάχα, να μην ήθελε να γνωρίζει τίποτα για την ύπαρξή της. Ίσως πάλι να της αρκούσε η φωτισμένη σκόνη της πίστας, με τους ευλαβείς προσήλυτους και το χυδαίο, περαστικό όχλο. Ποιος ξέρει…Άλλωστε τώρα πια απέμειναν μονάχα τα σκυλιά των ίσκιων, με έκπληκτα, τρύπια μάτια και ισχνά κορμιά, όμοια με ξοδεμένες κραυγές. Ποτέ δεν έπαψα να φοβάμαι τους καθρέφτες. Θαρρείς και από κάποιο αντικατοπτρισμό θα ξεπηδούσε η εργασμένη όψη του κοριτσιού εκείνου. Οι μυστικοί νεκροί μου θα έφερναν τότε βόλτες μες στη θολή ατμόσφαιρα του καταστήματος, δίχως καμιά αιδημοσύνη. Και τίποτα δεν ήθελα να λησμονήσω πιότερο, θυμάμαι από εκείνα τα γερασμένα στόματα που σφάλισαν, δίχως καμιά άλλη απόκριση.

Θα ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς και στο αποκορύφωμα της απελπισίας, μες στα ολοκόκκινα τραπεζομάντηλα των ξύλινων τραπεζιών στοιβάζονταν ένα σωρός από χέρια και όνειρα ματαιωμένα. Το νεαρό κορίτσι περιφερόταν σαν τον προφήτη ανάμεσα στα κορμιά και τους οργασμούς των μύχιων επιθυμιών. Θυμάμαι, καθώς διάβαινε τα αδιάφορα πρόσωπα, χάραζε σταυρούς στη σκόνη των επίπλων και το βλέμμα της όλο γυρνούσε προς το μεγάλο παράθυρο της σάλας που συγκρατούσε τα χωράφια, τα σπίτια, έναν ορίζοντα πλατύ, την ξεπεσμένη αξιοπρέπεια. Η βροχή, έπεφτε από τις ίδιες, παλαιές τρύπες των προσόψεων και η μέρα θαρρείς είχε πνιγεί μες στο βυθό κάποιας νύκτιας ρήξης. Τα κομμάτια των σπασμένων συμβόλων καθρέφτιζαν την ερεβική απόχρωση της μοναξιάς και μες στην πολλή κίνηση και το θόρυβο χάραζαν το ξύλινο δάπεδο της πίστας. Το τοπίο σε λίγο θα γύριζε στην αρχαία, γαλήνια ημέρα και η λίνια με το ακαθόριστο σχήμα της θα βαφόταν γαλάζια, σαν μια συγκομιδή από στεναγμούς και διακεκομένες ανάσες.

Το κορίτσι πήρε να περιεργάζεται τη μορφή της, δίχως να μαρτυρά καμιά φιλάρεσκη απόπειρα. Γύρω φωνές στραγγαλισμένες, πάσχιζαν να χωρίσουν από τα χείλη. Να έρθουν να απαντήσουν τους πιο ανομολόγητους καημούς. Μες σε εκείνους τους άγριους, γυμνικούς αγώνες των ανθρώπων, το κορίτσι εγκατέλειψε το παράπηγμα με τις σακατεμένες αψίδες. Μονάχα το πανέρι της, με λιγοστά άνθη απέμεινε στο λερό δάπεδο, καθώς πάντα. Το κορίτσι του παραπήγματος θα χανόταν πια για πάντα και πίσω από τη μεγάλη πόρτα με την επιγραφή από νέον θα άφηνε ολάκερη τη νύχτα ανοιχτή και προδομένη. Το κορίτσι με τους ανθούς, ίσως να ήταν ένα τυχαίο συμβάν. Εκείνο το κορίτσι, σίγουρα θα ήταν μια σπασμωδική υπενθύμιση ζωής, μια υποθετική σκηνή μες στις φευγαλέες στιγμές των πραγμάτων. Εκείνη τη νύχτα, θυμαμαι, γύριζαν οι βροχές, ο καιρός γύριζε.

 

Add comment


Security code
Refresh