Μνημείο μόνου ανθρώπου

PDF
smaller text tool iconmedium text tool iconlarger text tool icon

  

 

  «για τη μοναχική γυναίκα του πάρκου»

 

 

Η ηλικιωμένη γυναίκα στέκεται δίπλα στο τσιμεντένιο αναβρυτήριο. Δεν μιλά, μήτε σαλεύει το βλέμμα της από τη μονότονη ροή του νερού. Στα χέρια της κρατά ένα ξεραμένο τριαντάφυλλο και λίγο ήλιο. Τα ρούχα της, κουρέλια λυρικά της ψυχής. Βιαστικοί περαστικοί περνούν εμπρός από τη μορφή της δίχως να δίνουν σημασία στο μοναχικό της μεγαλείο. Κάθε τόσο εκείνη χαμογελά, όπως συνηθίζει κανείς σαν σκεφτεί κάποια υπέροχη θύμηση ή συμφιλιωθεί με την πιο σκληρή του δυστυχία. Η γυναίκα αυτή ίσως υπάρχει ακόμα στον ξύλινο πάγκο του πάρκου. Ίσως και να έχει γίνει πια ένα δέντρο από εκείνα με τις βαθιές ρίζες, τη βαθιά σιωπή, τις χαραγμένες επιγραφές των ερώτων στον τραχύ φλοιό. Η ίδια ετούτη γυναίκα μιλά, θαρρείς και αρθρώνει το στερνό, ανέσπερο λόγο της. Το λόγο του μόνου ανθρώπου.

«Πόσα πρωινά…Πόσα ίδια πρωινά, με τα ίδια μάτια, τις απαράλλαχτες αισθήσεις. Μετρώ χιλιάδες χρόνια θαρρώ στον ίδιο αυτόν τόπο. Κάποτε μιλούσα με τους ανθρώπους. Μα τώρα, τώρα μιλώ μονάχα με την πέτρα. Την πέτρα και τις μολυβιές προσόψεις των κτιρίων. Η πέτρα, που λέτε γνωρίζει την ερημιά μου. Τη δική μου ερημιά, τη δική σας, του κόσμου την ερημιά. Υπομένει και εκείνη αγόγγυστα την εκκωφαντική σιωπή μες στις χιλιάδες παρουσίες της πόλεως. Κάποτε θα κυλήσει στην άκρια των δρόμων και ετούτη θα είναι η μόνη της τύχη. Θα απομείνει και εκείνη, όπως εγώ, στο περιθώριο της λαϊκής παρόδου. Θα ριζώσει, οι γωνίες της θα γίνουν αιχμηρές, όπως το βλέμμα των οδοιπόρων. Εσείς δεν ξέρετε πόσο αιχμηρή και αιμάτινη είναι τούτη η θωριά των οδοιπόρων με τα κασκέτα τους, τις σφιχτές γροθιές μες στις τσέπες, το λαιμό με τη στραγγαλισμένη φωνή. Κανείς δεν αποκρίνεται στην κραυγή, στα χαμόγελα των πουλιών και των ανθρώπων .Κανείς δεν αποκρίνεται, δεν προσδίδει καμιά απολύτως σημασία.

Θυμάμαι…Θυμάμαι κάποτε πως είχα στο πρόσωπό μου χιόνι, χρυσόμορφο στάχυ είχα στα μαλλιά. Τώρα αναγνωρίζω κάτι από εμένα στο νερένιο καθρέφτη του αναβρυτηρίου. Μα είναι τόση η τέφρα και τα αποκαϊδια του σώματος και όλα ετούτα κάνουν το αστείρευτο δάκρυ μου ατελείωτο και αμείωτο. Σίγουρα διάφανο, τόσο που κανείς πια δεν το βλέπει να χαράζει το σπασμένο φλοιό της μορφής μου. Θα ήθελα τόσο να μπορούσα απλά να συστηθώ στο διαβάτη που κοντοστέκεται εμπρός μου και κομψά ανάβει το τσιγάρο του. Μα δεν γνωρίζω πια το όνομά μου, μια και σε κανέναν δεν το έχω πει εδώ και κάμποσους χειμώνες. Μα σας βεβαιώνω πως αγωνίστηκα να έχω πολλά ονόματα για να αποκτήσω κάποτε ένα δικό μου. Μητέρα, ερωμένη, σύζυγος, πόρνη. Καμιά προσφώνηση πια. Καμιά φορά μονάχα ακούω ένα πορτόφυλλο να ανοίγει, ξεχωρίζω τις βιαστικές συζητήσεις εκείνων που χωρίζουν και ύστερα νιώθω στη ράχη μου ένα βλέμμα. Κανείς δεν μπορεί να δει μες στις σκοτεινές στοές του πάρκου, κανείς και τίποτα δεν μπορεί να διακρίνει τη μορφή μιας γυναίκας, ενός παιδιού, ενός ανθρώπου μες στο ερεβικό πηγάδι της μοναξιάς. Ξέρω πως για εσένα που απόψε θα κάνεις έρωτα στα ολόλευκα σεντόνια της αμαρτίας και ύστερα θα σταθείς πίσω από τις γρίλιες του παραθύρου, μες σε καπνό γαλαζωτό, δεν είμαι παρά ένα μεγάλο μυστικό που φοβίζει. Ένα μυστικό που ποτέ δεν μπορεί να ειπωθεί μες στην πολλή κίνηση και το θόρυβο του κόσμου.

Αν ρωτήσεις κάποτε το σκοπό μου, εγώ θα σου μιλήσω για το παιχνίδι των ίσκιων. Για εκείνον τον πιστό ακόλουθο που κρύβεται πάντα κάτω από το λερό φως των φανοστατών. Για εκείνον που περνά μες από τα χαλάσματα, διαγράφει πελώριες τις μοναχικές αψίδες που καταρρέουν καθημερινά εμπρός στα έκπληκτα μάτια. Οι καιροί μου, οι στερνοί καιροί μου είναι εκείνοι της ομίχλης. Οι στερνοί χρόνοι, μου δωρίζουν το χάδι του ίσκιου, εκείνο που πάντα θα σε ακολουθεί και μόνο σαν γίνεις χώμα και τίποτα θα σωθεί.

Μάταια γυρεύω τα γνώριμα τοπία που δεν υπάρχουν πια. Μάταια προσμένω τους εραστές που έσβησαν σαν φλόγα δίχως αέρα. Τώρα θα κοιτάξω τους φωτεινούς ορίζοντες, τα τρανά, αστικά τοπία που με κυκλώνουν, τις σκεπές ψηλά πολύ από τα θρηνητικά χαλάσματα των αρχαιοπρεπών οικημάτων. Σε λίγο το τοπίο θα ντυθεί τη μέρα, σε λίγο το ξημέρωμα θα πεθάνει και πάλι μια γαλήνια νύχτα με ένα τόσο ευγενικό μεγαλείο θα πεισμώσει τη μοναξιά μου. Τότε, διαβάτη, θα είμαι και εγώ κάτι από τις φευγαλέες στιγμές των πραγμάτων, κάτι από τις βαθιές, αδιόρατες λεπτομέρειές τους. Δεν θα είμαι πάρα ένα άτρωτο άγαλμα, ένα μνημείο μοναξιάς. Το μνημείο, το τόσο επώδυνο, του μόνου ανθρώπου.»

 

Add comment


Security code
Refresh