τα έκπληκτα μάτια του
Μια μόνο σφαίρα. Μια μονάχα στιγμή, γιομάτη από αδιαφορία και κατάρρευση. Ένα παιδί νεκρό κείτεται στο οδόστρωμα. Είναι ένα παιδί, σαν όλα τα άλλα. Κρατά μέσα στις χούφτες του ένα σωρό αξεδιάλυτα όνειρα, σιωπές και μια στραγγαλισμένη φωνή. Δεν κρατά όπλα, δεν κρατά καμιά απολύτως ελπίδα. Γύρω του μια μικρή λίμνη από αίμα, σαν εκείνη που καθρέφτιζε κάποτε έναν παλιό και αγαπημένο γνωστό σου. Στη φωτογραφία που κοιτάζω δεν φαίνονται τα μάτια του. Μα εγώ, εγώ θαρρώ πως τα έχει ορθάνοιχτα και με κοιτά με μια τεράστια απορία και ένα χαμόγελο που θα απομείνει για πάντα δειλό. Γύρω του κτίσματα κάτωχρα και οχήματα και άνθρωποι που γρήγορα θα περάσουν και θα χαθούν, καθώς πάντα πράττουν αφού πετάξουν τη σφαίρα από την άκρη των βλεφάρων τους. Γύρω του χρόνια που θα διαβούν και θα σκορπίσουν στάχτη στο πρόσωπο και τα μαλλιά του. Ξέρεις, η στάχτη λένε πως είναι το βασικό συστατικό της λήθης. Ξέρεις, όλα κάποτε βάφονται με τέφρα και μια σκόνη, όμοια με εκείνη που θρέφει τα παιδιά μας και σκεπάζει κάθε ξεχωριστή μας μνήμη.
Η πόλη. Η πόλη, η ίδια εκείνη πολιτεία που κάνει τους ανθρώπους να μοιάζουν με ίσκιους εφήμερους κρατά σφιχτά το αγόρι μες στον κόρφο της. Η φωτισμένη καταχνιά των λαϊκών παρόδων δεν θα είναι τίποτα άλλο από μια επίφαση λάμψης. Η ζωή, λένε τα παλιά βιβλία, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο θάνατος που περνά λάμποντας από το πολύβουο, ανθρώπινο περιβόλι. Το παιδί δεν θα παίξει, ούτε θα περπατήσει στη σκιά των κάστρων. Εσύ, που το κοιτάζεις μες στο νου σου να πεθαίνει είσαι το μνήμα στο έρημο κοιμητήρι του. Είσαι το άγαλμα με την απερίγραπτη φερεγγυότητα που στέκει σκεπτικό στο περιστύλιο, στο λερό πλακόστρωτο με την αρχαιολάγνα φήμη. Μην μιλάς. Δεν έχεις τίποτα να πεις. Δεν έχεις τίποτα να πεις στο παιδί εκείνο για τους τόπους που ο ήλιος ψήνει το ψωμί, για τη θάλασσα που γογγύζει πάντα σαν άρρωστος, για τις αιτίες και τις αφορμές, για το απότομο σταμάτημα του παιχνιδιού του.
Χαράζεις στον κάτασπρο τοίχο του σπιτιού σου το περίγραμμα του νεκρού και φροντίζεις να κρύψεις καλά με μπογιά το καταπόρφυρο αίμα που σε βαραίνει. Δίπλα σου το ίδιο εκείνο περίστροφο που κραδαίνει χρόνια τώρα στο χέρι σου καπνίζει ήσυχα. Και τίποτα, μα τίποτα δεν άλλαξε στη γη του κτήνους. Πίσω από τις γρίλιες του παραθυριού σου απομένεις άναυδος, σαν ένα μεγάλο μυστικό και η φωνή σου πασχίζει να ξεχωρίσει από τα χείλη. Μες στα χιλιάδες επιπλωμένα δωμάτια αναρίθμητα χαλάσματα, όμοια με εσένα αναμένουν κάποια τυχαία αναβολή της ετυμηγορίας. Μα είναι καιρός τώρα που δεν γελά το παιδί. Πάνε χρόνια μυριάδες, σχεδόν αιώνες που μπορούσες να μιλάς στα παιδιά για το θρίαμβο της ελπίδας. Τώρα εκείνη έχει απομείνει μια θανάσιμη αποφυγή που δεν ερμηνεύεται στα βλέμματα των ήμερων κοπαδιών.
Κοιτώ τον εαυτό μου και αντικρίζω για μια μονάχα ανάσα την πιο οδυνηρή αλήθεια. «Άκου φίλε. Τώρα που μες στο βαθύ καθρέφτη του σπιτιού θα συναντήσεις τον ξένο, φρόντισε να έχεις μια καλή δικαιολογία για εκείνα τα έκπληκτα μάτια του Αλέξη.»

Twitter
Myspace
Digg
Yahoo
Googlize this
Facebook
Wikio