
Η διαχρονική πορεία του ελληνισμού
στην Αφρική - Μέρος 7o
Οι πρώτοι Έλληνες, έφτασαν στο Ζαΐρ, που παλαιότερα ονομαζόταν Κονγκό από το βορρά, μέσω του νοτίου Σουδάν, πριν ακόμη το τέλος του 19ου αιώνα, μαζί με τους εμπόρους ελεφαντοστού που είχαν ακολουθήσει το Νείλο με κατεύθυνση τις πηγές του.
Ένας από τους πρώτους Έλληνες που βρέθηκαν στην περιοχή, ήταν ο γιατρός Παναγής Ποτάγος, που περιηγήθηκε στις ανατολικές περιοχές του ονομαζόμενου τότε Βελγικού Κονγκό, κάνοντας μάλιστα σημαντικές επιστημονικές παρατηρήσεις. Ο Παναγής Ποτάγος, που είχε αφιχθεί εκεί το 1871, τιμήθηκε αργότερα για το έργο και την προσφορά του από τη Βελγική κυβέρνηση, η οποία έδωσε το όνομά του σε κεντρική λεωφόρο της πόλης του PAULIS. H μετριοφροσύνη του Παναγή Ποτάγου αλλά και η μεγάλη αγάπη του για την Ελλάδα εκφράστηκε όταν ο βασιλιάς του Βελγίου Λεοπόλδος ο Β΄, του ζήτησε τιμής ένεκεν να υπογράψει το Χρυσό Βιβλίο των εξερευνητών. Τότε ο Π. Ποτάγος αρκέσθηκε να χαράξει μόνο δύο λέξεις: «ΕΙΣ ΕΛΛΗΝ».
Στις πρώτες κιόλας αποστολές, μετείχαν οι υπάλληλοι του εμπόρου από το Σουδάν, Άγγελου Καπάτου, Μαρκέτος και Βαλεντής, οι οποίοι όμως είχαν άσχημο τέλος: Ο πρώτος κατασπαράχθηκε από τους κροκόδειλους και ο δεύτερος πέθανε από αιματουρικό πυρετό. Ένας άλλος υπάλληλος του Καπάτου, ο Ν. Νικολέτος που έφτασε το 1900 στο Κονγκό για να ανταλλάξει εμπορεύματα με ελεφαντοστό, αιχμαλωτίστηκε από ντόπιους φυλάρχους, οι οποίοι του πήραν όλο το εμπόρευμα, με συνέπεια, όταν τον άφησαν ελεύθερο, να εγκατασταθεί στην περιοχή Vele.
Αντίθετα, καλύτερη τύχη είχε ο καταγόμενος από την Κύπρο, Μ. Κουμπίδης που εγκαταστάθηκε το 1902 στα ανατολικά της χώρας, στην περιοχή της σημερινής πόλης Άμπα και ο οποίος, μαζί με τον Ν. Μεταξά συνέστησαν το 1907 εταιρία εμπορίου και μεταφορών, που είχε παραρτήματα σε όλο το βόρειο Κονγκό. Η εταιρία τους, θα χαράξει μάλιστα τον οδικό άξονα Κονγκό – Νείλου, θέτοντας παράλληλα τις βάσεις για την αξιοποίηση των πηγών παραγωγής.
Σιγά-σιγά, άρχισαν να αυξάνονται οι Έλληνες, οι οποίοι εγκαθίστανται κυρίως κοντά στους σταθμούς των τρένων και στις παραποτάμιες πόλεις, όπου άραζαν τα ποταμόπλοια. Ο Αιγυπτιώτης συγγραφέας, Α. Παχτικός, που περιόδευσε στο βόρειο Κονγκό το 1933 και ξανά το 1938 και συνέγραψε το έργο του «Εικονογραφημένη Αφρική», περιγράφει ότι σε κάθε σταθμό, συναντούσε Έλληνες που διακινούσαν τα εγχώρια προϊόντα για εξαγωγή και έκαναν λιανικό εμπόριο εισαγόμενων προϊόντων, κυρίως δε υφασμάτων, παπουτσιών, πετρελαίου, εργαλείων, μαγειρικών σκευών κ.α.
Η επίσημη απογραφή, που έγινε στο Κονγκό το 1917, αναφέρει ότι υπήρχαν εκεί 100 Έλληνες, όμως το 1941 ο αριθμός τους πλησίασε τους 1.000 και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, φιλοξένησε 3.000 Έλληνες πρόσφυγες που είχαν καταφύγει στην Αίγυπτο.
Η πολιτική ενθάρρυνσης του εποικισμού του Κονγκό από ευρωπαίους, που ακολουθούσε η βελγική διοίκηση, αλλά και η φυγή των συμπατριωτών μας από την Αίγυπτο, τη δεκαετία του ΄50, μετά τις εθνικοποιήσεις που εφήρμοσε ο Νάσερ, είχε σαν αποτέλεσμα να μεταναστεύσουν στο Κονγκό πολλοί Έλληνες. Έτσι, ο πληθυσμός της ελληνικής παροικίας, στα χρόνια της ακμής της, έφτασε τις 7.000 άτομα και ήταν οργανωμένος σε οχτώ κοινότητες, με σχολεία και εκκλησίες σε ισάριθμες πόλεις. Οι μισοί από αυτούς, ζούσαν στη βορειοανατολική επαρχία Κισανγκάνι, που τότε ονομαζόταν Στάνλεϊβίλ. Μεγάλος επίσης, ήταν ο αριθμός των ομογενών μας που ζούσαν στην επαρχία της Κατάνγκα, στη νοτιοδυτική περιοχή της χώρας, όπου βρίσκονται τα μεταλλωρυχεία, ενώ αρκετοί Έλληνες διέμεναν στην πρωτεύουσα Κινσάσα, (πρώην Λεοποντβίλ).
Οι Έλληνες, συγκέντρωσαν στα χέρια τους το εμπόριο, την μεθοδική αλιεία στη λίμνη Τανγκανίκα, τις μεταφορές με φορτηγά αυτοκίνητα και τις κατασκευές, ενώ επίσης ασχολήθηκαν με το εμπόριο, τη βιομηχανική επεξεργασία του παλμελαίου, αλλά κυρίως με την παραγωγή καφέ.
Τα προβλήματα στον ελληνισμό του Ζαίρ, εμφανίζονται μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, το 1960, που συνοδεύτηκε από αναταραχές, βίαιες συγκρούσεις και αβεβαιότητα, με συνέπεια πολλοί Έλληνες να εγκαταλείψουν τη χώρα. Από τα στοιχεία προκύπτει ότι την περίοδο 1961-1968 περισσότεροι από 1.500 ομογενείς μας έφυγαν από τη χώρα. Η φυγή γνώρισε μία δεύτερη φάση το 1973, με την εθνικοποίηση των ξένων επιχειρήσεων στους τομείς των ορυχείων, των αγροκτημάτων και των εμπορικών επιχειρήσεων. Εκείνη την περίοδο υπολογίζεται ότι κατασχέθηκαν περίπου 2.000 μικρές και μεσαίες που βρισκόταν σε ελληνικά χέρια.
Το 1971 οι Έλληνες στο Ζαίρ ανέρχονταν σε 20.000 άτομα, ενώ ως τις ταραχές του 1991, η ελληνική κοινότητα αριθμούσε γύρω στα 5.000 άτομα. Μετά τους βανδαλισμούς εκείνου του έτους, που ακολούθησαν τις ταραχές και τις βιαιότητες εναντίον των ξένων υπηκόων, εγκατέλειψαν το Ζαίρ περίπου 2.000 Έλληνες και ο σημερινός τους αριθμός έχει μειωθεί και άλλο.
Οι μισοί από τους εναπομείναντες Έλληνες, είναι εγκατεστημένοι στην πρωτεύουσα Κινσάσα, ενώ οι υπόλοιποι είναι συγκεντρωμένοι στις πόλεις Λουμούμπασι, Κολουέζι, Κισανγκάνι, Μπούνια και Ισίρο, όπου υπάρχουν και ελληνικές κοινότητες. Η ελληνική κοινότητα Κινσάσας ιδρύθηκε το 1951 και ένα χρόνο αργότερα κτίστηκε ο ιερός ναός του Αγίου Γεωργίου. Το 1981, άρχισε η ανέγερση του οκταόροφου κοινοτικού κτιρίου στο κέντρο της πόλης, έκτασης 4.000 τ.μ.
ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Twitter
Myspace
Digg
Yahoo
Googlize this
Facebook
Wikio