
«Η πάλη μιας ζωής»
Τι είναι αυτό που καθορίζει έναν ήρωα;
Η διάθεση για επανάσταση ή η στρατηγική του σκέψη; Το ατρόμητο των πράξεών του ή μήπως οι νίκες που δαφνώνεται..;
Διαβάζοντας για τη ζωή του Νέλσωνα Μαντέλα, και μεταφέροντας τα δεδομένα του βίου του σ’αυτήν εδώ την στήλη, μόνο θαυμασμό μπορώ να νιώθω και μια γλυκιά ανακούφιση πως το φαινόμενο-σύμβολο-ηρωικό πρότυπο ονόματι Μαντέλα δεν μας πρόδωσε ποτέ. Δύσκολα οι λέξεις μπορούν να απεικονίσουν τον αγώνα του, τις μάχες και τις στιγμές που πέρασε στα τόσα χρόνια φυλάκισης και εξορίας του. Δύσκολα μπορούν να εκφράσουν τις φωνές μιας ολόκληρης ηπείρου που στηρίχτηκε στο πλευρό του, ξεθάβοντας ελπίδες που είχαν από καιρό εξαλειφθεί.
Η ιστορία του Νέλσωνα Μαντέλα μπορεί να έχει εμπνεύσει χιλιάδες ανθρώπους και να έχει αποτελέσει το θέμα επίσης χιλιάδων αφηγήσεων και διαλόγων αλλά μήπως οι νικητήριες δάφνες σταματούν εκεί; Κοιτάζοντας την πορεία της Νοτίου Αφρικής τα τελευταία 20 χρόνια βλέπουμε μια τόσο μικρή ανάπτυξη και μια τόσο αμελητέα πρόοδο που δεν μπορούμε παρά να αναρωτιόμαστε τι είναι τελικά αυτό που καθορίζει έναν ήρωα... οι πράξεις του ή το αποτέλεσμά τους.
Γράφοντας για αυτόν τον μεγάλο άντρα και ικανό αρχηγό της Νοτίου Αφρικής εννοούμε έναν ήρωα ή απλά έναν ακόμη μάρτυρα αυτού του ταλαίπωρου έθνους που απλά έτυχε να γίνει διάσημος;
«Η πάλη μιας ζωής»
18 Ιουλίου 1918. Στο μικρό χωριό Qunu κοντά στην πόλη Umtata, γεννιέται ένα αγόρι στο σπίτι του αρχηγού της φυλής ονόματι Nelson Rolihlahla Mandela. Το αγόρι αυτό έμελλε να παίξει τον πιο σπουδαίο ρόλο στην ιστορία του τόπου, περνώντας τα σύνορα του χωριού του, της πολιτείας του και αργότερα ολόκληρης της Αφρικανικής ηπείρου.
Ο πατέρας του, Henry Mandela, ο οποίος είχε τέσσερις συζύγους, ήταν πιστός σύμβουλος του βασιλιά της περιοχής. Όταν ο Νέλσων ήταν 12 χρονών, ο ετοιμοθάνατος πατέρας του ζήτησε από τον βασιλιά να γίνει κηδεμόνας του Νέλσωνα, ο οποίος και δέχτηκε να υιοθετήσει τον μικρό «ταραξία» όπως τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά ο κάτοικοι του χωριού. Ο Νέλσων πέρασε τα εφηβικά του χρόνια στο σπίτι του βασιλιά, έχοντας την ευκαιρία της μόρφωσης και προτροπής από τον κηδεμόνα του να επιλέξει το δρόμο που ονειρευόταν. Αντίθετα από τους συμπατριώτες του, ο Μαντέλα δεν ένιωσε από νωρίς τη ρατσιστική καταπίεση των λευκών αποικιοκρατών, καθώς ο βασιλιάς και οι συγγενείς του, απολάμβαναν το σεβασμό των ντόπιων δικαστών και λευκών αξιωματούχων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μεγαλώσει ακέραιος, χωρίς προκαταλήψεις και απωθημένα, με αντικειμενική σκέψη και αριστοκρατική συμπεριφορά που εντυπωσίαζε τους πάντες.
Μετά από μια πρώτη εκπαίδευση στο τοπικό ιεραποστολικό σχολείο, εστάλη στο Healdtown και από κει στο κολέγιο του Fort Hare (περιοχή ανατολικά του Κέιπ Τάουν), όπου και έγινε μέλος του μαθητικού συμβουλίου του πανεπιστημίου. Εκεί γνώρισε και τον Όλιβερ Τάμπο, ο οποίος αποτέλεσε τον επιστήθιο φίλο και αργότερα συνεργάτη του Νέλσωνα Μαντέλα. Το 1940 αποβλήθηκαν και οι δύο από το κολέγιο λόγω της συμμετοχής τους σε μια διαμαρτυρία. Ο Μαντέλα έφυγε για το Γιοχάνεσμπουργκ όπου και ολοκλήρωσε τις σπουδές του δια αλληλογραφίας ενώ παράλληλα εισχώρησε στα πολιτικά δρώμενα το 1942 μέσα από το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσσο (ANC).
Εν τω μεταξύ στην Ευρώπη μαινόταν ο 2ος παγκόσμιος πόλεμος, μονοπολώντας την παγκόσμια προσοχή και επισκιάζοντας την αδικία από την οποία υπέφεραν εκατομμύρια άνθρωποι στο Νότο. Στα τέλη της δεκαετίας του ’40, οι λευκοί Αφρικανοί ξεκίνησαν έναν συστηματικό, επιθετικό διαχωρισμό των φυλών, το λεγόμενο απαρτχάιντ, ενώ παράλληλα αύξησαν τον έλεγχό τους στους πόρους και τον πλούτο της χώρας. Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’40, ιδρύθηκαν εκατοντάδες παράνομα στρατόπεδα για μαύρους γύρω από την πόλη του Γιοχάνεσμπουργκ.
Το 1945 ο Μαντέλα παντρεύτηκε την Έβελιν όπου και απόχτησε μαζί της 4 παιδιά. Δύσκολα όμως μπορεί κάποιος να είναι και αγωνιστής και ταυτόχρονα να ασκεί επαρκώς τα πατρικά του καθήκοντα. Ο χωρισμός του με την Έβελιν ήταν αναπόφευκτος. Ο Μαντέλα ήταν απόλυτα αφοσιωμένος στον αγώνα ενώ παράλληλα προσπαθούσε να στήσει το δικηγορικό του γραφείο με συνεργάτη τον Όλιβερ Τάμπο. Το γραφείο γνώρισε μεγάλη επιτυχία δεδομένου ότι ήταν οι πρώτοι μαύροι δικηγόροι της Νότιας Αφρικής με φυσικά τεράστιο πελατολόγιο από αδικημένους συμπατριώτες τους.
Φτάνουμε στη δεκαετία του ’50, όπου το κίνημα ANC δραστηριοποιείται έντονα σε συνεργασία με το αντίστοιχο Ινδικό Κογκρέσσο και τη φιλοσοφία του αείμνηστου ειρηνιστή Μαχάτμα Γκάντι.
Τον Ιούνιο του 1955, παρακινημένοι από το όνειρο μιας πολυφυλετικής Νότιας Αφρικής, σχεδίασαν τον περίφημο «χάρτη της ελευθερίας», με υπογραφές 3,000 μαύρων, λευκών και Ινδών. Ήταν στην ουσία μια δήλωση προς το καθεστώς του απαρτχάιντ και προς όλο τον κόσμο, πως η Ν. Αφρική ανήκει σε όλους όσους ζουν εκεί.
Ένα χρόνο μετά, το 1956, ο Μαντέλα συνελήφθη μαζί με άλλους 156 ακτιβιστές με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Η δίκη διήρκεσε 4,5 χρόνια περίπου, στη διάρκεια της οποίας γνώρισε και ερωτεύτηκε την, κατά πολύ νεότερή του σε ηλικία, Γουίνι Νομζάμο Μαντικιζέλα, την οποία και παντρεύτηκε λίγο αργότερα. Παρά το ευτυχές αυτό γεγονός, ο Μαντέλα αντιμετώπιζε δυσκολίες με το δικηγορικό του γραφείο, το οποίο κάτω από την πίεση της πολύχρονης δίκης, κατέρρευσε οικονομικά και έκλεισε.
Τη χρονιά του 1959, το νεοιδρυθέν κίνημα PAC (Παναφρικανικό Κογκρέσσο), οργάνωσε μια διαμαρτυρία στο Sharpeville, όπου κατέληξε σε πραγματική σφαγή, με αποτέλεσμα το θάνατο 69 διαδηλωτών από την αστυνομία και το στρατό. Μετά απ’ αυτό το γεγονός, ο κόσμος έξω από την Αφρική αντέδρασε για πρώτη φορά έντονα με την κατάσταση στη Νότια Αφρική. Κορυφώθηκε με την ετυμηγορία του ΟΗΕ ενάντια στο καθεστώς του απαρτχάιντ. Ως το 1960 το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσσο ANC και το κίνημα PAC κρίθηκαν παράνομα και απαγορεύτηκαν. Ο Μαντέλα και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι αφέθησαν ελεύθεροι. Η κατάσταση όμως παρέμεινε ανεξέλεγκτη στη χώρα, η οποία αδυνατούσε να κρατήσει ισορροπίες.
Με αφορμή άλλη μια ειρηνική διαδήλωση που διαλύθηκε βίαια από το στρατό το 1961, ο Μαντέλα άρχισε να αμφισβητεί τις ειρηνικές μεθόδους του ANC, τις οποίες θεώρησε αναποτελεσματικές. Το Κογκρέσσο για 50 χρόνια τουλάχιστον, δεν είχε καταφέρει τίποτα όσον αφορά στο καθεστώς του απαρτχάιντ με τη φιλοσοφία της μη βίας και χρειαζόταν, κατά τη γνώμη του, επανεξέταση των όρων του αγώνα ενάντια στην αδιάλλακτη κυβέρνηση.
Το 1962, αποφασισμένος να ανατρέψει την κατάσταση έστω και με τη βοήθεια των όπλων, έφυγε κρυφά από τη χώρα για αρκετούς μήνες για να διδαχθεί τον ανταρτοπόλεμο και επέστρεψε εξίσου μυστικά τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς στη Ν. Αφρική. Λίγες μέρες μετά, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε 5 χρόνια φυλάκιση για παράνομη έξοδο από τη χώρα. Η κυβέρνηση όμως είχε πολύ πιο σκοτεινά σχέδια για τη ζωή του. Κατά τη διάρκεια φυλάκισής του, εξεδώθη κατηγορητήριο και για άλλες υποθέσεις, με βαριές κατηγορίες όπως σαμποτάζ, ανταρτοπόλεμο, συνομωσία και συνέχιση των κομμουνιστικών ιδεών. Η δίκη έγινε γνωστή ως Rivonia Trial με τη δημόσια δήλωση του Μαντέλα που συγκλόνισε ολόκληρο τον κόσμο μέσα από τα διεθνή ΜΜΕ που ήταν παρόντα στη δίκη.
«Πολέμησα εναντίον της λευκής κυριαρχίας και πολέμησα εναντίον της μαύρης κυριαρχίας. Αγάπησα την ιδέα μιας δημοκρατικής και ελεύθερης κοινωνίας μέσα στην οποία όλα τα άτομα να ζουν σε αρμονία και με ίσες ευκαιρίες. Είναι ένα ιδανικό που ελπίζω να ζήσω και να καταφέρω. Αλλά αν χρειαστεί, είμαι έτοιμος να δώσω και τη ζωή μου γι’αυτό».
Η κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής, υποκινούμενη και αποτελούμενη από ρατσιστικά και τυχοδιωκτικά στοιχεία, επιθυμούσε ολοφάνερα να τελειώνει μια και καλή με τους φιλόδοξους ανατροπείς, είτε με ισόβια κάθειρξη είτε με οριστική εξόντωση των ακτιβιστών. Παρά τη διεθνή κατακραυγή, ο Μαντέλα ως ο Νο1 κατηγορούμενος και οι υπόλοιποι του κινήματος κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε ισόβια φυλάκιση, με τους κυβερνώντες να τρίβουν τα χέρια τους από ικανοποίηση.
Στις υψίστης ασφαλείας φυλακές του Robben Island, ενός μικρού νησιού 7 χιλ. από τις ακτές του Κέηπ Τάουν, ο Μαντέλα αναγκαζόταν να βλέπει μόνο για μισή ώρα την αγαπημένη του Γουίνι κάθε 6 μήνες. Οι απαγορεύσεις άγγιζαν το σημείο τρέλας, με άρση όλων των στοιχειωδών δικαιωμάτων των κρατουμένων, ενώ τα διεθνή ΜΜΕ κρατήθηκαν έξυπνα μακριά από οποιαδήποτε πληροφορία για το τι συνέβαινε μέσα στα τείχη των φυλακών, όπου και τελικά εγκατέλειψαν το θέμα για αρκετά χρόνια.
Οι κάθε είδους απαγορεύσεις ίσχυαν και για τη σύζυγο του Μαντέλα, την οποία παρενοχλούσε συνεχώς η αστυνομία. Η Γουίνι, καθώς πολύ νέα ακόμα και με 2 μικρές κόρες που μεγάλωναν χωρίς πατέρα, αγωνιζόταν καθαρά για την επιβίωση, ευάλωτη και εκτεθειμένη στο έλεος των αστυνομικών αρχών. Κάθε φορά που κατάφερνε να βρει μια δουλειά, η κρατική ασφάλεια εκφόβιζε τον εργοδότη να την απολύσει. Τελικά προσλήφθηκε από κάποιον, ο οποίος αποδείχτηκε καταδότης της αστυνομίας.
Η Γουίνι, από κει και έπειτα, εξελίχθηκε σε μια από τις πιο σημαντικές φιγούρες της χώρας και ένα εξαιρετικά πολύτιμο χαρτί του αντιστασιακού κινήματος. Μέλος της νέας γενιάς των πιο σκληροπυρηνικών ακτιβιστών, θαρραλέα και δεσποτική, υπήρξε η ανεπίσημη επικεφαλής του αγώνα, μαζί με τον πολύ δημοφιλή επίσκοπο Ντέσμοντ Τούτου. Η Γουίνι ηγήθηκε μιας ομάδας νεαρών ανταρτών, όλοι τους παιδιά μεγαλωμένα μέσα στη βία και το χάος, όπου δεν σεβόντουσαν τίποτα, ίσως γιατί ακριβώς δεν είχαν τίποτα να χάσουν. Χαρακτηριστική ήταν η τιμωρία στους καταδότες και προδότες του κινήματος, όπου τους φορούσαν ένα λάστιχο αυτοκινήτου και στη συνέχεια του άναβαν φωτιά στους δρόμους της πόλης.
Από το 1976 και έπειτα, τα πράγματα οξύνθηκαν σε τέτοιο βαθμό που προμηνυόταν να ξεσπάσει κανονική θύελλα, με αυξημένη χρήση βίας και έντονες συγκρούσεις μεταξύ των δύο πλευρών.
Η δεκαετία του ’80 εισήλθε βαμμένη κυριολεκτικά στο αίμα, με τη χώρα σε ένα εσωτερικό αδιέξοδο που φαινόταν να μην έχει τελειωμό. Η ανυποχώρητη κυβέρνηση να συγκρούεται διαρκώς με την επίσης ανυποχώρητη στρατιωτική οργάνωση-παρακλάδι του ANC, και κανένας να μην μπορεί να νικήσει τον άλλον. Ήταν φανερό πλέον πως ούτε η βία δεν μπορούσε να φέρει αποτέλεσμα.
Παρ’όλη την αποτυχία του κινήματος, ο Μαντέλα στη φυλακή εξακολουθούσε να πιστεύει πως ο μόνος τρόπος να ανατρέψουν το καθεστώς του απαρτχάιντ είναι μέσα από πόλεμο. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 απέρριψε πρόταση στην οποία θα αποφυλακιζόταν αν συμφωνούσε να καταθέσουν οι οπαδοί του τα όπλα. Μ’ άλλα λόγια, να παραιτηθούν των προσπάθειών τους και να υποχωρήσουν. Ο Μαντέλα αρνήθηκε κατηγορηματικά με τη δήλωση «οι φυλακισμένοι δεν μπορούν να υπογράφουν συμφωνίες και συμβόλαια. Μόνο οι ελεύθεροι μπορούν να διαπραγματεύονται».
Μια σημαντική γνωριμία όμως της Γουίνι με έναν άνθρωπο της λιγότερο σκληροπυρηνικής πλευράς της κυβέρνησης, έμελλε να καταλήξει σε μια επιτυχημένη προσπάθεια διαπραγμάτευσης μεταξύ του Μαντέλα και των κυβερνώντων. Μετά από μια σειρά μυστικών συναντήσεων και διαβουλεύσεων μέσα από τη φυλακή κατάφεραν να συμφωνήσουν σε ανακωχή.
Στις 11 Φεβρουαρίου του 1990 ο Νέλσων Μαντέλα αφέθηκε ελεύθερος, μαζί με τους υπόλοιπους κρατούμενους μετά από σχεδόν τρεις δεκαετίες φυλάκισης. Στις 10 Μαϊου του 1994 εξελέγη ως ο πρώτος μαύρος πρόεδρος της Δημοκρατίας της Νοτίου Αφρικής όπου και κυβέρνησε τη χώρα για 5 χρόνια. Τον Ιούνιο του 1999 αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική και διαμένει μόνιμα στην γενέτειρά του στην Transkei.
Εντωμεταξύ, ο γάμος του με τη Γουίνι κατέληξε σε διαζύγιο αμέσως μετά την απελευθέρωσή του. Η απιστία της Γουίνι, ως νέα και ευάλωτη, στα χρόνια φυλάκισής του, του ράγισε την καρδιά. Μετά από μάταιες προσπάθειες 2 χρόνων να την προσεγγίσει και πάλι, ο μεγάλος έρωτας της ζωής του έγινε τελικά παρελθόν.
Ο Μαντέλα μιλά ακόμα με σεβασμό και ευγνωμοσύνη για τους συμμάχους εκείνης της σκοτεινής εποχής. Χώρες όπως η Κούβα, η Συρία και η Λιβύη όπου έδωσαν ένα χέρι βοηθείας στον αγώνα κατά του απαρτχάιντ. Αντιθέτως καθιστά υπεύθυνες πολλές ευρωπαϊκές χώρες οι οποίες παρείχαν πόρους στην κυβέρνηση του απαρτχάιντ με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατο να κερδηθεί ο αιματηρός αυτός αγώνας.
Θα πρέπει να προσθέσουμε πως υπάρχουν αρκετοί επικριτές της πολιτικής του Νέλσωνα Μαντέλα οι οποίοι τον κατηγορούν για υποταγή στα συμφέροντα των κάποτε διωκτών του. Αλλά κυρίως τον κατηγορούν πως στα 5 χρόνια κυβερνήσεώς του δεν έφερε καμία αλλαγή στη χώρα, που σημαίνει πως δεν αξιοποίησε επαρκώς την ευκαιρία που του δόθηκε. Μιλάμε για έναν άνθρωπο που δεν είχε ποτέ προσωπική ζωή, για έναν άντρα που αφιέρωσε τα χρόνια της νιότης του στον αγώνα κατά των φυλετικών διακρίσεων και στο όνειρο μιας νέας πολυφυλετικής και αρμονικής Νότιας Αφρικής, αλλά που ως αρχηγός κράτους απέτυχε να δώσει λύσεις σε πολύ σημαντικά προβλήματα της μετα-απαρτχάιντ εποχής.
Οι κάτοικοι αυτής της ταλαίπωρης χώρας κατάφεραν να απαλλαγούν από το παράλογο καθεστώς του απαρτχάιντ και των ρατσιστών λευκών κυβερνώντων αλλά δεν κατάφεραν να απαλλαγούν και από τη λαίλαπα που λέγεται φτώχια, αγραμματοσύνη και καθολική ανοχή μιας υπανάπτυκτης χώρας. Ο ρατσισμός πλέον έχει γίνει μάλλον εμφύλιος, με συγκρούσεις και αναταραχές των νοτιοαφρικανών με πρόσφυγες από γειτονικές χώρες της Αφρικής που ζητούν καταφύγιο και ένα καλύτερο μέλλον από μια χώρα που θά’πρεπε να έχει καλύτερη μνήμη και που ξέχασε πως πάλευε κάποτε για πιο ευγενείς στόχους.
Έτσι, η ερώτηση που πλανιέται στο ανήσυχο μυαλό μου, που μόνο αποσπασματικά και από γεγονότα μπορεί να κρίνει, είναι η εξής. Ποιος νίκησε τελικά;
Σαν χθες ο Νέλσων Μαντέλα αφέθηκε ελεύθερος

Twitter
Myspace
Digg
Yahoo
Googlize this
Facebook
Wikio
Comments
RSS feed for comments to this post.