Ο γέρος από την Ουζουμπούρα και η δυστυχία του

PDF
smaller text tool iconmedium text tool iconlarger text tool icon

 

 

   Μια ιστορία του Taban Lo Liyong

 

 

Κάποτε ζούσε στην Ουζουμπούρα ένας γέρος που ήτανε πολύ πλούσιος. Αυτός ο γέρος από την Ουζουμπούρα… Ήτανε τόσο πλούσιος που είχε οχτώ χιλιάδες γελάδια. Αυτός ο πλούσιος γέρος από την Ουζουμπούρα… Με τόσα γελάδια παντρεύτηκε εξηνταπέντε γυναίκες. Ο γέρος από την Ουζουμπούρα… Ήτανε τόσο υγιής που έκανε μ’ όλες τις γυναίκες τριακόσια παιδιά. Ο υγιής μας άνθρωπος από την Ουζουμπούρα… Ήτανε τόσο ευτυχισμένος και κατάφερε με την εργατικότητά του να πολλαπλασιάσει τα πλούτη του. Αυτός ο ευτυχισμένος, επιτυχημένος και εργατικός άνθρωπος από την Ουζουμπούρα… Αυτός κι όλα τα μέλη της οικογένειάς του ήταν τόσο τυχεροί που δεν αρρωστήσανε ποτέ τους. Αυτοί οι τυχεροί άνθρωποι από την Ουζουμπούρα… Σ’ όλη του τη ζωή δε γνώρισε τα πλοκάμια της λύπης ή του πόνου. Αυτός ο τυχερός άνθρωπος από την Ουζουμπούρα…

Ζούσε όμως κι ένας γέρος στο Κιγκάλι που ήτανε πολύ φτωχός. Αυτός ο γέρος από το Κιγκάλι… Ήτανε πέρα για πέρα βουτηγμένος στη δυστυχία. Αυτός ο δυστυχισμένος άνθρωπος από το Κιγκάλι… Τα μάτια του ήτανε πάντα κόκκινα από το κλάμα. Τα μάτια του ανθρώπου από το Κιγκάλι… Κάποτε ήτανε πλούσιος. Αυτός ο κάποτε πλούσιος άνθρωπος από το Κιγκάλι… Έχασε όμως όλα τα επίγεια αγαθά του. Αυτός ο κάποτε πλούσιος άνθρωπος από το Κιγκάλι… Δεν του έμεινε τώρα ούτε μια γυναίκα. Αυτός ο γέρος από το Κιγκάλι… Δεν του έμεινε ούτε ένα παιδί να του παραστέκεται στα γηρατιά του και στη φτώχια του. Αυτός ο εγκαταλειμένος άνθρωπος από το Κιγκάλι… Όλη του τη μέρα θρηνούσε για τα χαμένα γελάδια του. Αυτός ο γέρος από το Κιγκάλι… Θρηνούσε ακόμα για τις πεθαμένες γυναίκες του. Αυτός ο μοναξιασμένος άνθρωπος από το Κιγκάλι… Όλο το βράδι θρηνούσε για τα πεθαμένα παιδιά του. Αυτός ο θλιμμένος γέρος από το Κιγκάλι… Κι όλο φώναζε: «Ω δυστυχία μου. Ω δυστυχία μου!». Αυτός ο δυστυχισμένος γέρος…

Ο πλούσιος ευτυχισμένος γέρος από την Ουζουμπούρα και ο φτωχός, δυστυχισμένος γέρος από το Κιγκάλι ήτανε φίλοι. Αυτοί οι γέροι από την Ουζουμπούρα και το Κιγκάλι…
Μια μέρα ο πλούσιος γέρος από την Ουζουμπούρα ξεκίνησε για το ταξίδι. Αυτός ο πλούσιος γέρος από την Ουζουμπούρα…. Πήγε στο Κιγκάλι. Αυτός ο πλούσιος άνθρωπος από την Ουζουμπούρα… Πήγε να επισκεφτεί το φτωχό του φίλο. Αυτός ο πλούσιος άνθρωπος από την Ουζουμπούρα… Σαν έφτασε στο Κιγκάλι ταράχτηκε που άκουσε το φίλο του να θρηνεί, «ω δυστυχία μου», και ένιωσε λύπη γι’ αυτόν. Αυτός ο ευτυχισμένος άνθρωπος από την Ουζουμπούρα... Ζήτησε να μάθει την αιτία της δυστυχίας του. Αυτός ο υγιής άνθρωπος από την Ουζουμπούρα... Ο δυστυχισμένος άνθρωπος από το Κιγκάλι θέλησε ν’ αποφύγει να του μιλήσει γι’ αυτό. Αυτός ο ριψοκίνδυνος γέρος από την Ουζουμπούρα... Ανένδοτος επέμενε να μάθει ποια ήταν η αιτία. Αυτός ο ευτυχισμένος, υγιής, πλούσιος γέρος από την Ουζουμπούρα... Φαίνεται πως είχε τόσο βαρεθεί τη μόνιμα ευτυχισμένη ζωή του που ζητούσε τώρα μια αλλαγή. Αυτός ο τυχερός άνθρωπος από την Ουζουμπούρα... Κάθε είδους αλλαγή θα ήτανε καλύτερη απ’ αυτή τη μονότονη, ευτυχισμένη ζωή. Αυτή η ζωή του ευτυχισμένου ανθρώπου από την Ουζουμπούρα... Στο τέλος ο δυστυχισμένος γέρος από το Κιγκάλι δέχτηκε να δώσει λίγη από τη δυστυχία του στον ευτυχισμένο φίλο του από την Ουζουμπούρα. Αυτοί οι παλιοί φίλοι από το Κιγκάλι και την Ουζουμπούρα...

Ορίσανε λοιπόν μιαν ημέρα που θα μεταφερόταν η δυστυχία από το Κιγκάλι στην Ουζουμπούρα. Αυτοί οι γέροι από το Κιγκάλι και την Ουζουμπούρα... Οι γιοι του πλούσιου γέρου θα πηγαίνανε και θα μεταφέρανε τη δυστυχία από το Κιγκάλι στην Ουζουμπούρα. Αυτοί οι τυχεροί γιοι από την Ουζουμπούρα... Θα μεταφέρανε τη δυστυχία από το σπίτι του φτωχού γέρου στο σπίτι του πλούσιου πατέρα τους. Αυτοί οι ευτυχισμένοι υπάκουοι γιοι από την Ουζουμπούρα...

Την ορισμένη μέρα ξεκινήσανε νωρίς όλοι και οι εκατοπενήντα γιοι για το Κιγκάλι. Αυτά τα χοντρά παιδιά από την Ουζουμπούρα... Ένα μέρος του δρόμου το κάνανε τρέχοντας. Αυτοί οι ανυπόμονοι γιοι από την Ουζουμπούρα... Τους πήρε μια μέρα για να φτάσουν στο Κιγκάλι αντί για δύο. Αυτοί οι ανυπόμονοι και υπάκουοι γιοι από την Ουζουμπούρα... Είχε βραδιάσει σαν φτάσανε στο Κιγκάλι. Αυτοί οι κληρονόμοι από την Ουζουμπούρα...
Ξεκουραστήκανε για λίγο στο Κιγκάλι αλλά δε φάγανε τίποτα. Αυτοί οι αντάξιοι εκπρόσωποι της μοίρας... Το βράδι επιμένανε να πάρουν αμέσως τη δυστυχία για να τη μεταφέρουνε στο σπίτι τους. Αυτοί οι ξέγνιαστοι γιοι από την Ουζουμπούρα... Ο γέρος από το Κιγκάλι τους πρότεινε να περιμένουν ως το πρωί της άλλης μέρας. Αυτός ο άσημος γέρος από το Κιγκάλι... Όμως όπως ήταν επόμενο αυτοί οι ευέξαπτοι γιοι από την Ουζουμπούρα δε θα θέλανε να καθυστερήσουν άλλο. Αυτά τα γεμάτα μεγάλες προσδοκίες παιδιά... Ο γέρος από το Κιγκάλι σκέφτηκε πως είχε φτάσει η ώρα για να τους δώσει τη δυστυχία. Και είχε δίκιο, αυτός ο γέρος από το Κιγκάλι...

Ο γέρος από το Κιγκάλι τους έδωσε ένα πολύ μεγάλο ψάθινο δέμα. Αυτό το μεγάλο ψάθινο δέμα... Τα παιδιά δε θα είχανε να κάνουν τίποτα με το δέμα αυτό. Θα το παίρνανε για να το παραδώσουν κατευθείαν στον πατέρα τους. Αυτά τα περίεργα παιδιά... Τα παιδιά ξεφώνιζαν από τη χαρά τους. Αυτά τα ζωντανά παιδιά από την Ουζουμπούρα... Τα κανονίσανε μεταξύ τους να μεταφέρουν το βαρύ φορτίο κάνοντας πολλές μικρές στάσεις. Δεν υπήρχε γι’ αυτούς τίποτε άλλο πιο βαρύ από τούτο το δέμα που ήτανε σαν ένα γκαστρωμένο αβγό. Αυτοί οι χωρίς περιέργεια άνθρωποι από την Ουζουμπούρα...

Όταν το δέμα έφυγε από το Κιγκάλι ο γέρος άρχισε να χαμογελά. Αυτός ο διορατικός άνθρωπος από το Κιγκάλι...
Στα μισά του δρόμου, απ’ το Κιγκάλι και για την Ουζουμπούρα, τα παιδιά σταματήσανε. Αυτά τα υπάκουα παιδιά από την Ουζουμπούρα... Μερικά είπανε πως νιώσανε την ανάγκη να απολαύσουν το ηλιοβασίλεμα. Αυτά τα ρομαντικά παιδιά από την Ουζουμπούρα... Μερικά σκεφτήκανε πως επιβάλλεται λίγη ξεκούραση. Αυτά τα ανήσυχα παιδιά από την Ουζουμπούρα... Ένα δήλωσε πως πραγματικά χρειαζότανε ξεκούραση. Αυτά τα ξέγνοιαστα παιδιά από την Ουζουμπούρα... Ένα είπε πως το σκοινί του φαινόταν πράσινο. Αυτά τα παιδιά που μπορούσανε να ξεχωρίσουν το πράσινο μέσα στη νύχτα... Ένα πίστευε πως το σχοινί από την ώρα που αφήσανε το Κιγκάλι ως τώρα θα είχε οπωσδήποτε χαλαρωθεί. Ένα στοιχημάτισε ότι θα μπορούσε να λύσει ένα, μόνο έναν από τους κόμπους. Αυτά τα ακούραστα παιδιά από την Ουζουμπούρα... Ένα είπε πως ακριβώς δίπλα του ένιωθε τη δυστυχία να το γαργαλάει. Αυτά τα συνετά παιδιά από την Ουζουμπούρα... Κάποιο αγόρι έδειξε θριαμβευτικά ένα λυμένο σκοινί. Αυτά τα ενεργητικά παιδιά από την Ουζουμπούρα... Ο μεγαλύτερος γιος τους διέταξε να πάψουν ν’ ασχολούνται με τη δυστυχία. Αυτός ο συνετός μεγάλος γιος... Αφού το ξανασκέφτηκαν αποφασίσανε πως μόνο οι τυφλοί δεν μπορούν να δουν αυτό που μεταφέρουν. Αυτά τα παιδιά από την Ουζουμπούρα που τα βλέπανε όλα... Έτσι ξεκίνησε μια συζήτηση ανάμεσα στα παιδιά που θέλανε να γνωρίσουν αυτά πρώτα τη δυστυχία και σ’ αυτά που θέλανε να γνωρίσει ο πατέρας τους πρώτος τη δυστυχία. Αυτά τα εριστικά παιδιά... Μερικά όμως δεν πήρανε μέρος στη συζήτηση που φούντωνε. Αυτά τα παθητικά και προβληματιζόμενα παιδιά... Μερικά όμως είχανε αρχίσει να δουλεύουν κιόλας με τα ευκίνητα δάχτυλά τους. Αυτοί οι λίγοι που πάντα ενεργούνε...

Το δέμα μίκραινε, όλο μίκραινε, όσο η συζήτηση φούντωνε κι όλο φούντωνε. Αυτό το δέμα κι ο καβγάς... Όμως ενώ ακόμα τίποτα το θετικό δε μπορούσανε να διακρίνουν μέσα στο δέμα, ο αδερφός έβριζε κιόλας τον αδερφό. Αυτή η αιτία του καβγά... Τα χτυπήματα αρχίσανε να πέφτουνε βροχή. Αυτά τα χτυπήματα που σε σκοτώνουν... Τελικά από το δέμα έμεινε μόνο μια χούφτα. Αυτό το μοιραίο άγνωστο... Η περιέργεια τους έκανε να πλησιάσουνε για να δούνε το φημισμένο αντικείμενο. Η περιέργεια που σκοτώνει... Στριμώχτηκαν ο ένας κοντά στον άλλο, κρατήσανε την ανάσα τους, ήταν έτοιμοι να δουν, ήταν όλο προσοχή. Αυτοί οι άνθρωποι...

Κι όταν ανοίξανε το δέμα δεν είδαν τίποτε. Το μάτι που ξεγελάστηκε... Ακούστηκε μόνο ένας ελαφρύς σφυριχτός θόρυβος. Ο θόρυβος που δε βρίσκει διέξοδο... Ακουγότανε σαν κουνούπι. Αυτό το παιδί του ψάθινου δέματος που ήτανε σαν γκαστρωμένο αβγό...

Τώρα που δεν υπήρχε πια δυστυχία για να τη μεταφέρουνε στο σπίτι, τι θα φέρνανε τα παιδιά στον πατέρα τους; Αυτά τα υπάκουα παιδιά από την Ουζουμπούρα... Τα χέρια του ενός αδερφού αρχίσανε κιόλας να χτυπάνε τον άλλο επειδή είχε ανοίξει το δέμα. Αυτά τα χρήσιμα χέρια που έχουμε... Άλλος χτυπούσε τον άλλο στο κεφάλι, άλλος κακοποιούσε τον άλλον, άλλος σκότωνε τον άλλον, άλλος ξυλοκοπούσε τον άλλον, άλλος τρυπούσε τον άλλο με δόρυ, άλλος στραγγάλιζε τον άλλον, άλλος ευνούχιζε τον άλλον, άλλος έπινε το αίμα του άλλου. Αυτοί οι φονιάδες των δικών τους αδερφών... Τώρα από την αδερφοχτόνα μάχη μείνανε μόνο πενήντα αδέρφια. Αυτά τα αδέρφια που σκοτώνουν αδέρφια... Ύστερα από τρία λεπτά μείνανε μόνο τρία αιματομεθυσμένα αδέρφια... Αυτά τα αδέρφια που τα εμπιστευτήκανε... Δυο αδέρφια ετοιμάζονται να επιτεθούν εναντίον του τρίτου αδερφού. Η τραγική συντροφιά... Ο τελευταίος γύρος τελειώνει με τον αδερφό να σκοτώνει τον αδερφό. Ω το μοιραίο τέλος. Θάνατε, η συγκομιδή σου ήτανε πλούσια. Ο θάνατος που τα ισοπεδώνει όλα. Αλοίμονο ποιος θα πάει τώρα το μήνυμα στον πλούσιο γέρο της Ουζουμπούρας; Αυτός ο πλούσιος, ευτυχισμένος, καλοζωισμένος γέρος...

Όμως, έμεινε ζωντανό ένα παιδί. Αυτό το άτυχο αγόρι από την Ουζουμπούρα... Ήτανε πάντα του δειλός. Αυτός ο φιλοτόμαρος γιος της μάνας του... Κρύφτηκε μακριά την ώρα της καταστροφικής αδερφικής αναμέτρησης. Η μοιραία αναμέτρηση... Έγινε ο αγγελιοφόρος της δυστυχίας στον πατέρα του. Ω το μοιραίο μήνυμα που δε θα ‘πρεπε να φτάσει ποτέ... Τρέχοντας, ξέπνοος, πλησίασε με οδύνη τον πατέρα του που περίμενε τα νέα. Αυτός ο θλιμμένος γιος του χαμογελαστού πατέρα... Ο πατέρας ζήτησε προκαταβολικά πληροφορίες για τη δυστυχία που έφτανε. Αυτός ο ευτυχισμένος πατέρας της Ουζουμπούρας... Ρώτησε πόσο μακριά βρισκόταν η δυστυχία.
Αυτός ο ανυπόμονος πατέρας από την Ουζουμπούρα... Επανέλαβε με θυμό την ερώτηση. Αυτός ο πατέρας που δεν μπορεί να περιμένει ούτε το γιο του να βρει την ανάσα του... Χτύπησε το γιο του γιατί καθυστερούσε ν’ απαντήσει. Αυτός ο πατέρας που δεν γνώριζε ποτέ ως τα τώρα να χτυπά... Μόνο τα καλά νέα όμως δεν έρχονται γρήγορα. Αυτά τα άσχημα νέα που χρειάζονται τρόπο για να τα πεις... Ο γιος άρχισε να κλαίει, πιο πολύ γιατί πονούσε μέσα του. Αυτό το φορτίο του θανάτου... Στο τέλος του είπε πως η δυστυχία είχε δραπετεύσει. Η δυστυχία που πλανιέται στον αέρα! Ο γέρος από την Ουζουμπούρα έγινε τόσο έξαλλος που χτύπησε το γιο του και τον άφησε στον τόπο. Αυτός ο ευτυχισμένος, πλούσιος, καλοζωισμένος, ξέγνοιαστος γέρος από την Ουζουμπούρα...

Ο πλούσιος, ευτυχισμένος, καλοζωισμένος, ξέγνοιαστος γέρος από την Ουζουμπούρα σκότωσε τώρα το γιο του. Αυτός ο πατέρας που δεν γνώριζε τη δυστυχία.... Η μάνα του σκοτωμένου παιδιού άρχισε να θρηνεί. Σ’ αυτό το σπίτι που δεν ήξερε ποτέ τι σημαίνει θρήνος. Οι άλλες γυναίκες πιστεύανε πως της άξιζε να τιμωρηθεί έτσι από πολύ καιρό. Ω ανθρώπινη σοφία που πάντα καταδικάζεις αυτούς που πικραίνονται. Οι λανθασμένες πράξεις της μητέρας αυτής που ήτανε όλο αυθάδεια... Ω, το σπίτι αυτό που δε γνώρισε ποτέ του την αυθάδεια... Και ο γιος της, λένε, πως συμπεριφέρθηκε με αγένεια στον άξιο σύζυγό τους. Ω, η αγάπη που μεγαλώνει σαν οι άλλοι την ταπεινώνουν. Ο γιος της ήτανε το μόνο μαύρο πρόβατο μέσα στο κάτασπρο σπίτι. Δώσε σ’ ένα σκύλο όνομα και τότε είναι σαν να τον κρέμασες... Η μητέρα του εγκατέλειψε το σπίτι του πλούσιου γέρου το ίδιο εκείνο βράδι. Η πιο σκοτεινή νύχτα... Δεν πήρε μαζί της το σώμα του νεκρού γιου της. Ένα άψυχο φορτίο... Εκείνο που πήρε μαζί της ήτανε το μερίδιο της από τη δυστυχία. Ω δυστυχία που σε φέρνει η περιέργεια...

Ο γέρος της Ουζουμπούρας ξεκίνησε το ίδιο βράδι για να βρει τους άλλους εκατοσαρανταεννιά γιους του. Αυτοί όλοι οι ενάρετοι γιοι... Μαζί του πήρε της πενηνταπέντε γυναίκες του. Τις γυναίκες που αγαπούνε τον άντρα τους και δεν ξέρουνε να αδικούν... Άντρας και γυναίκες πηγαίνουνε να βρούνε τους γιους και τη δυστυχία. Ω έμμονες ιδέες που βρίσκεστε τόσο κοντά στις καρδιές...

Στο δρόμο τους έφτασε στη μύτη η μυρωδιά από φρέσκο αίμα. Μυρωδιά που ταξιδεύει με τον αέρα... Αγρίεψαν. Αυτοί οι καλοί άνθρωποι... Πολύ γρήγορα βρεθήκανε να περπατάνε πάνω σε πτώματα αντί πάνω στη γη. Ω γη και σάρκα ανακατεμένες... Φιλήσανε τ’ άψυχα κορμιά των γιών τους, μια και δεν μπορούσανε να κάνουνε τίποτε άλλο. Αυτοί οι ενάρετοι γιοι και οι ενάρετες γυναίκες... Δε χωρούσε πια μέσα τους άλλη δυστυχία. Αυτοί οι πλημμυρισμένοι δυστυχία γονιοί...

Εγκαταλείψανε στη μοίρα του τον ευτυχισμένο άντρα τους και πήγαν η κάθε μια στο σπίτι των γονιών τους. Αυτές οι καλές γυναίκες της Ουζουμπούρας... Μαζί τους πήρανε κι όλες τις κόρες τους και μερίδιο από την περιουσία. Αυτές οι γυναίκες που δεν μοιάζανε σε καμιά άλλη σύζυγο...

Στο τέλος ο γέρος έμεινε μόνος με τη δυστυχία του. Ο γέρος που ήθελε τόσο πολύ να γνωρίσει τη δυστυχία.... Τραγουδούσε ένα τραγούδι που το λένε «ω δυστυχία μου, ω δυστυχία μου». Αυτός ο πλούσιος, καλοζωισμένος, ξέγνοιαστος γέρος από την Ουζουμπούρα...


Taban Lo Liyong
Γεννήθηκε το 1939 στο Σουδάν. Σπούδασε στο «Εργαστήρι των Συγγραφέων» του Πανεπιστημίου της Αιόβα. Είναι ο πρώτος αφρικανός που πήρε το πτυχίο Μ.Α. Όταν γύρισε στην πατρίδα του άρχισε να γράφει διηγήματα που συνδύαζαν στοιχεία από το παραδοσιακό στυλ των παραμυθάδων των φυλών Λουό και Μασάι και στοιχεία ενός δικού του μακάβριου χιούμορ. Έγραψε ακόμα ποίηση και πολλά δοκίμια σχετικά με το δημιουργικό ρόλο του καλλιτέχνη στην Αφρική.

Η ιστορία αντλείται από το βιβλίο:
Αφρικανοί πεζογράφοι, Εκδόσεις Θεμέλιο
Μετάφραση-παρουσίαση: Κατσούρη Ντίνα
 

Add comment


Security code
Refresh