Οι Εργένηδες και ο πύθωνας Μόμα

PDF
smaller text tool iconmedium text tool iconlarger text tool icon

   

 

   μύθος από την κεντρική Αφρική

 

 

   Στο χωριό υπήρχαν μόνο δυο ανύπαντροι άνδρες ο Kalemeleme και ο Kinku. Ολοι οι υπόλοιποι είχαν βρεί τις κατάληλες συντρόφους. Ο Kalemeleme ήταν τόσο ευγενικός που δεν μπορούσε να υπερασπιστεί το δίκιο του ή κανενός άλλου, αντίθετα ο Kinku είχε τόσο κακό χαρακτήρα που κανείς δεν μπορούσε να αντέξει τα ξεσπάσματα θυμού του.

   Ομως και οι δυο ζούσαν σε μία δυστιχισμένη μοναξιά, ως ότου μια ημέρα ο Kalemeleme πήρε το τόξο του και τα βέλη του και νωρίς το πρωί πήγε στο δάσος. Ήταν τόσο νωρίς που οι δροσοσταλίδες ήταν ακόμη στην χλόη, και πέτυχε μία γκρί και μία καφετί αγριόγατα. Στον γυρισμό συνάντησε τον Μόμα το μεγάλο πύθωνα των βράχων, το δυνατότερο φίδι του δάσους. Ο Kalemeleme ήταν έτοιμος να του ρίξει αλλά ακούστηκε από τον Μόμα ένα παρακαλητο να του λεει: « Ευγενικέ μου, λυπήσουμε διότι έιμαι πιασμένος από το κρύο. Πήγαινέ με στο ποτάμι που είναι ζεστά». Ετσι καθώς τον λυπήθηκε ο ευγενικός άντρας πήρε το ερπετό στους ώμους του και τον πήγε στο ποτάμι όπου και τον άφησε. Ο Μόμα ανασήκωσε το κεφάλι του ανάμεσα από τις καλαμιές και είπε: «Σε ευχαριστώ ευγενικέ μου άντρα. Να ξέρεις έχω δει την μοναξιά σου. Πέτα τα θηράματα που έπιασες και θα πάρεις αυτό που θα σου δώσει το πνεύμα του νερού». Ετσι ο Kalemeleme πέταξε την γκρι και την καφέ  αγριόγατα μέσα στο ποτάμι. Αμέσως το νερό άρχισε να κάνει μικρά κύματα και να το χρώμα να γίνεται όλο και πιο κόκκινο, ώσπου κάτω από την επιφάνεια του εμφανίστηκε ένα κατακόκκινο μεγάλο στόμα. Ετσι έβαλε το χέρι του μέσα στο νερό και έβγαλε μία νερο κολοκύθα. Την μετέφερε σπίτι του και εκεί την άνοιξε και προς έκπλήξή του είδε το πιο όμορφο κορίτσι που είχε δει στην ζωή του. Ήταν τόσο καλή όση η ομορφία της. Μπορούσε να πλέξει ψάθες,να φτιάξει καλάθια και να φτιάχνει κεραμικά, κρατούσε το σπίτι τόσο καλά τακτοποιημένο, καλλιεργόυσε τον κήπο, μαγείρευε υπέροχα και βοηθούσε τους γείτονες τόσο πρόθυμα. Ετσι γρήγορα ο Kalemeleme και η όμορφη γυναικα του έγιναν οι αγαπημένοι του χωριού.

   Μια ημέρα ο Kinku πήγε στον Kalemeleme και τον ρώτάει: « Δεν μου λες φίλε μου, που την βρήκες αυτή την γυναίκα;» και ο Kalemeleme του απαντάει: «Το πνεύμα του νερού μου την έδωσε» και του διηγήθηκε όλη την ιστορία. «Θελω και εγώ μια γυναίκα» του είπε ο Kinku και έφυγε για το δάσος με το τόξο και τα βέλη του μέσα στο καταμεσήμερο με τον ήλιο να καιει.  Ετσι κι αυτός έπιασε μια γκρι και μια καφέ αγριόγατα. Στον δρόμο για το σπίτι του συνάντησε και αυτός το Μόμα γερμένο στην σκία ενός θάμνου μη αντέχοντας την ζέστη και ήταν έτοιμος να του ρίξει με τα βέλη του,αλλά ο Μόμα μόλις τον είδε του είπε: «Ελεος Kinku, δείξε έλεος διότι ασφυκτιώ με αυτή την ζέστη.Πήγαινε με στο ποτάμι που είναι πιο δροσερά.» και ο Kinku απαντάει: «Τι! Να σε πάω εσένα ένα απάισιο ερπετό; Να πάς μόνος σου στο ποτάμι.» και ο Μόμα του λέει: «πολύ καλά, έλα μαζί μου!» Ετσι το φίδι γλιστρουσε προς το ποτάμι και ο Kinku τον ακολουθούσε. Μόλις έφτασαν ο Μόμα βυθίστηκέ μέσα στο νερό και έβγαλε έξω το κεφάλι του κοντα στις καλαμιές και είπε: «Kinku, έχω δει την μοναξιά σου. Πέτα τα θηράματα που έπιασες και θα πάρεις αυτό που θα σου δώσει το πνεύμα του νερού». Ετσι πέταξε την γκρι και την καφέ αγριόγατα στο ποτάμι. Αμέσως το νερό άρχισε να κάνει μικρους κύματατισμούς και να το χρώμα να γίνεται όλο και πιο κόκκινο, ώσπου κάτω από την επιφάνεια του νερού εμφανίστηκε ένα κατακόκκινο μεγάλο στόμα. Ετσι έβαλε το χέρι του μέσα στο νερό και έβγαλε την κολοκύθα που είχε εμφανιστεί.Μέχρι να την πάει στο σπίτι του παραπατούσε διότι καθώς περνούσε η ώρα γινόταν όλο και πιο βαρια όσπου στο τελος του έπεσε από τα χέρια. Μόλις έσπασε και άνοιξε από μέσα ξεπετάχτηκε η πιο άσχημη γυναίκα και πριν προλάβει να συνέλθει από το σόκ άρχισε να του μιλάει με μια φωνή που έβγαινε από την μύτη και να του λέει: «Kinku, είμαι η γυναίκα σου!» και πριν προλάβει να της πεί όχι , άρχισε να τον σφαλιαρίζει και να τον γρονθοκοπεί και να τον κατηγορεί.

   Τον οδήγησε σε μια ζωή άσχημη διότι ήταν τεμπέλα και απεχθής. Συνεχώς ακουγόταν η φωνή της : «Kinku,κουβάλησε το νερό!Kinku, κόψε ξύλα για την φωτιά!Kinku,καλλιέργησε τον κήπο, Kinku μαγέιρεψε!» ενώ αυτή ήταν ξαπλωμένη. Ο Kinku έριχνε το φταίξιμο στο πνεύμα του νερού αλλά καταβάθος ήξερε οτι ο μόνος που έφταιγε ήταν ο εαυτός του.

 

Comments  

 
+4 #1 2010-10-26 09:25
Τι ωραία ιστορία!
Δυστυχώς η καλοσύνη δεν ανταμοίβεται και στην πραγματικότητα όπως και στους μύθους.
Παρόλα αυτά τα παραμύθια που λέμε για να κοιμηθούμε είναι και αυτές που μας κρατούν πιο ξύπνιους, έτσι δεν λένε?
Αγάπη σε όλους, καλημέρα!
Quote
 

Add comment


Security code
Refresh