
πως η εξυπνάδα νίκησε την δύναμη!
Μια φορά ήταν μία λεοπάρδαλη όπου είχε ένα φίλο, το τσακάλι. Μια μέρα επιστρέφοντας στο σπίτι της μετά από το κυνήγι, βρήκε μπροστά της ένα παράξενο ζώο, με μεγάλα παράξενα και άσχημα κέρατα στο κεφάλι του.
Η λεοπάρδαλη δεν είχε δει ποτέ της ένα τέτοιο ζώο έτσι τρομαγμένη και διστακτική είπε : « Γεια σου ξένε, πως σε λένε ;». Το ζώο ήταν ένα κριάρι και με ένα τραχύ τρόπο απάντησε: « Είμαι ένα κριάρι! Και ποιος είσαι εσύ που με ρωτάς;» της είπε χτυπώντας το στήθος του με τα δυο μπροστινά του πόδια, για να δείξει την δύναμη και θάρρος του.«Είμαι μια λεοπάρδαλη», απάντησε ήρεμα και έφυγε όσο γρηγορότερα μπορούσε.
Το τσακάλι και η λεοπάρδαλη ήταν γείτονες και μόλις αυτή έφτασε στο σπίτι της με κομμένη την ανάσα από το τρέξιμο λέει στο τσακάλι: « Μόλις είδα ένα δυσοίωνο και τρομακτικό πλάσμα, τόσο όσο δεν ήξερα αν ήταν πραγματικό! Μόλις το ρώτησα ποιος ήταν μου απάντησε: « Είμαι ένα κριάρι» και χτύπησε το στήθος του με περηφάνια». Το τσακάλι γελώντας είπε: « Είσαι πραγματικά ανόητη, το να αφήσεις ένα τόσο καλό κομμάτι κρέας. Ωστόσο αύριο, θα μπορούσαμε να ψάξουμε το κριάρι και να κάνουμε ένα μεγάλο τσιμπούσι με το κρέας του!»
Την επόμενη ημέρα βγήκαν και οι δυο τους ψάχνοντας το κριάρι. Μόλις ανέβηκαν σε ένα ύψωμα το κριάρι εντόπισε ότι πλησίαζαν και έτρεξε προς την γυναίκα του να την ειδοποιήσει. « Πρέπει να χωριστούμε σήμερα αγάπη μου, έρχονται η λεοπάρδαλη και το τσακάλι και σίγουρα δεν έχουμε την δύναμη να παλέψουμε και με τους δυο!», « Ναι, αλλά δεν μπορούν παραβγούν την νοημοσύνη μας» του απαντά η γυναίκα του. Πάρε τον γιο μας μαζί σου και όταν η λεοπάρδαλη και το τσακάλι πλησιάζουν, τσίμπησε τον τόσο όσο να κλάψει σαν να είναι πολύ πεινασμένο».
Όταν η λεοπάρδαλη και το τσακάλι πλησίασαν κοντά, το κριάρι τσίμπησε τον γιο του όπως η γυναίκα του τον είχε δασκαλέψει. Μόλις άκουσε το κλάμα η λεοπάρδαλη τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από τον φόβο, ήξερε από τα δικά της μικρά τι σήμαινε αυτό το κλάμα και άρχισε να παίρνει το δρόμο του γυρισμού. Όμως το τσακάλι του κράτησε σφιχτά τα πόδια και του είπε: « Έλα λεοπάρδαλη, θα κάνουμε μεγάλο τσιμπούσι!»
Ακούγοντας τους το κριάρι, ξανατσίμπησε τον γιο του και την ίδια στιγμή η γυναίκα του φώναξε: «Έκανες πολύ καλά φίλη μας λεοπάρδαλη που μας έφερες το τσακάλι για να φάμε! Όπως θα άκουσες το παιδί μας πεινάει παρά πολύ!»
Εκείνη την στιγμή το τσακάλι δεν μπορούσε να κρατήσει άλλο την λεοπάρδαλη. Είχε αφηνιάσει και άρχισε να τρέχει προς το δάσος παρασέρνοντας μαζί της και το τσακάλι στους απότομους βράχους,στα αγκάθια και οτιδήποτε βρισκόταν μπροστά τους εωσότου φτάσουν στο σπίτι τους.
Η λεοπάρδαλη και το τσακάλι δεν κυνήγησαν ποτέ ξανά μαζί και το κριάρι και η οικογένεια του δεν ενοχληθήκαν ποτέ ξανά! (Πηγή: www.colours-of-the-rainbow.com)
Η λεοπάρδαλη δεν είχε δει ποτέ της ένα τέτοιο ζώο έτσι τρομαγμένη και διστακτική είπε : « Γεια σου ξένε, πως σε λένε ;». Το ζώο ήταν ένα κριάρι και με ένα τραχύ τρόπο απάντησε: « Είμαι ένα κριάρι! Και ποιος είσαι εσύ που με ρωτάς;» της είπε χτυπώντας το στήθος του με τα δυο μπροστινά του πόδια, για να δείξει την δύναμη και θάρρος του.«Είμαι μια λεοπάρδαλη», απάντησε ήρεμα και έφυγε όσο γρηγορότερα μπορούσε.
Το τσακάλι και η λεοπάρδαλη ήταν γείτονες και μόλις αυτή έφτασε στο σπίτι της με κομμένη την ανάσα από το τρέξιμο λέει στο τσακάλι: « Μόλις είδα ένα δυσοίωνο και τρομακτικό πλάσμα, τόσο όσο δεν ήξερα αν ήταν πραγματικό! Μόλις το ρώτησα ποιος ήταν μου απάντησε: « Είμαι ένα κριάρι» και χτύπησε το στήθος του με περηφάνια». Το τσακάλι γελώντας είπε: « Είσαι πραγματικά ανόητη, το να αφήσεις ένα τόσο καλό κομμάτι κρέας. Ωστόσο αύριο, θα μπορούσαμε να ψάξουμε το κριάρι και να κάνουμε ένα μεγάλο τσιμπούσι με το κρέας του!»
Την επόμενη ημέρα βγήκαν και οι δυο τους ψάχνοντας το κριάρι. Μόλις ανέβηκαν σε ένα ύψωμα το κριάρι εντόπισε ότι πλησίαζαν και έτρεξε προς την γυναίκα του να την ειδοποιήσει. « Πρέπει να χωριστούμε σήμερα αγάπη μου, έρχονται η λεοπάρδαλη και το τσακάλι και σίγουρα δεν έχουμε την δύναμη να παλέψουμε και με τους δυο!», « Ναι, αλλά δεν μπορούν παραβγούν την νοημοσύνη μας» του απαντά η γυναίκα του. Πάρε τον γιο μας μαζί σου και όταν η λεοπάρδαλη και το τσακάλι πλησιάζουν, τσίμπησε τον τόσο όσο να κλάψει σαν να είναι πολύ πεινασμένο».
Όταν η λεοπάρδαλη και το τσακάλι πλησίασαν κοντά, το κριάρι τσίμπησε τον γιο του όπως η γυναίκα του τον είχε δασκαλέψει. Μόλις άκουσε το κλάμα η λεοπάρδαλη τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από τον φόβο, ήξερε από τα δικά της μικρά τι σήμαινε αυτό το κλάμα και άρχισε να παίρνει το δρόμο του γυρισμού. Όμως το τσακάλι του κράτησε σφιχτά τα πόδια και του είπε: « Έλα λεοπάρδαλη, θα κάνουμε μεγάλο τσιμπούσι!»
Ακούγοντας τους το κριάρι, ξανατσίμπησε τον γιο του και την ίδια στιγμή η γυναίκα του φώναξε: «Έκανες πολύ καλά φίλη μας λεοπάρδαλη που μας έφερες το τσακάλι για να φάμε! Όπως θα άκουσες το παιδί μας πεινάει παρά πολύ!»
Εκείνη την στιγμή το τσακάλι δεν μπορούσε να κρατήσει άλλο την λεοπάρδαλη. Είχε αφηνιάσει και άρχισε να τρέχει προς το δάσος παρασέρνοντας μαζί της και το τσακάλι στους απότομους βράχους,στα αγκάθια και οτιδήποτε βρισκόταν μπροστά τους εωσότου φτάσουν στο σπίτι τους.
Η λεοπάρδαλη και το τσακάλι δεν κυνήγησαν ποτέ ξανά μαζί και το κριάρι και η οικογένεια του δεν ενοχληθήκαν ποτέ ξανά! (Πηγή: www.colours-of-the-rainbow.com)

Twitter
Myspace
Digg
Yahoo
Googlize this
Facebook
Wikio