«Αγνώστου πατρός»
Τώρα μιλάς με μια φωνή χωρισμένη αιώνες από τα χείλη. Τώρα μιλάς και σταματάς μονάχα όταν ακουστεί ο θόρυβος από τα λευκότατα χαλίκια που πετά η αυγή στη στέγη σου.
Τώρα θυμάσαι τις παλιές οδούς με τα απροσμέτρητα βάθη, εκείνες με τα χαλάσματα, με τα ανθρώπινα, αιμάτινα ινδάλματα.
Καμιά φορά, στέκεσαι πίσω από τις γρίλιες σαν πελώριο, αρχαίο μυστικό και όλο δακρύζεις για το διωγμένο, νεκρό σκυλί του ίσκιου σου.
Τώρα η μορφή σου μοιάζει με λέξη αδειανή, κραυγή που ξοδεύτηκε στα διψασμένα στόματα εργατών. Ετούτη η ανυπόταχτη ερημιά της πέτρας σε ορίζει, μαζί με τους ήλιους που πάντα θα καίγονται στα δυτικά των επιβλητικών, πολύβουων πόλεων.
Τώρα γέμισε αγάλματα η ανήσυχη πλατεία, αγάλματα άτρωτα με τη βαθυπράσινη τίντα της λήθης στα απελπισμένα σώματα, στα κλινικά μάτια που κουράστηκαν πια να κοιτούν προς τα περιστύλια και τις αδιέξοδες παρόδους.
Οι αυστηρές γραμμές των αρχαιοπρεπών σπιτιών τώρα σαλεύουν στον ορίζοντα, ξεφεύγουν από τη μονότονη γεωμετρία τους.
Οι στέγες αιχμηρές, βερνικωμένες με το χρώμα του χρόνου στα ετοιμόρροπα ακροποικίλματα, στις λερές υδρορροές και οι παλαιές σου ματαιότητες ένας σωρός από κατάσχιστα ενδύματα, αφημένα στην κάμαρη με τους θρηνώδεις τοίχους.
Πες μου, καθώς θα ασελγείς στις σαβανωμένες διαβάσεις των οδικών αρτηριών, για τα παιδιά με το άρρωστο βλέμμα, για τις γυναίκες που θάβονται από τους καιρούς, όμοια με τα αρχαία, μυστηριακά αγγεία.
Πες μου, θέλω να ακούσω τη στραγγαλισμένη σου φωνή να αντηχεί μαζί με τις πεθαμένες ιαχές της ιστορίας.
Ο άνεμος κουβαλά σπαραχτικές κραυγές, τεφρές ημέρες διαγράφει πάνω από τις τυλώδεις παρθένες των ματιών σου.
Πίσω από τις επιβλητικές προσόψεις των πολύψυχων κτιρίων, πέρα πολύ από τα λημέρια των αδιάφορων αγίων με το κάρβουνο στα οστεώδη μάτια οι μέρες ντύνονται άνθη και στεφάνια.
Μα γρήγορα τούτη η περιβολή παλιώνει και ξεφτίζει μαζί με τα πολύχρωμα στολίδια της μνήμης σου.
Τώρα προσμένεις, σαν μια τελευταία ελπίδα τη νιότη να σεργιανίσει κάτω από το φεγγαροδαρμένο σου φεγγίτη.
Μάταια, καθώς οι αναχωρήσεις είναι πάντα γένους και ύφους θηλυκού.
Και εσύ, καθώς ο θολός καθρέφτης της κατάκλειστης εκείνης, κάμαρης, βιώνεις σιωπηρά τις φευγαλέες στιγμές των πραγμάτων.
Μοιάζεις ήδη με αδιάθετη σποδό, ερειπωμένου κοιμητηρίου και γύρω σου οι άλλοτε περήφανες αψίδες σωριάζονται καταγής.

Twitter
Myspace
Digg
Yahoo
Googlize this
Facebook
Wikio