
Γεώργιος Βιζυηνός
Υπάρχουν βιβλία που ανήκουν στην κατηγορία των συγκλονιστικών. Πρόκειται για εκείνα που ακόμα και αν δεν συμπυκώνουν μες στο κείμενό τους υψηλά ιδανικά και ιδέες βαθιές, εντούτοις κατέχουν κάτι αληθινά σπουδαίο και δύσκολο. Εκφράζουν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο το ανθρώπινο στοιχείο. Εκείνο που άλλοτε κραυγάζει από την ηδονή της χαράς ή καταρρέει εμπρός στην ισχυρή επίδραση της λύπης. Η επίτευξη του αληθινά ανθρώπινου συνιστά ένα κατόρθωμα. Και τούτο γιατί η πλήρωση ή η έκφραση των «ανθρωπίνων» αποτελεί έναν ξεχωριστό σκοπό. Όταν εκείνος κατακτιέται με την αρμονική χρήση των λέξεων, τότε πρόκειται για μια ανεπανάληπτη δήλωση του πνεύματος. Όταν κάτι κατορθώνει να μας συγκινήσει, τότε ο όρος μεγαλειώδης έχει λόγο ύπαρξης.
«Το αμάρτημα της μητρός μου», του Γεωργίου Βιζυηνού, ανήκει στην κατηγορία των αριστουργημάτων. Ένα τρυφερό, ηθογραφικό διήγημα. Όχι γιατι γράφτηκε από έναν ιδιοφυή και βαθιά τραγικό άνθρωπο, μα γιατί εντρυφώντας στο κείμενο ο αναγνώστης μαρτυρά ένα από τα είδωλα του ανθρώπινου πόνου. Μια γυναίκα, ένα μυστικό, η ανάγκη της λύτρωσης και η δραματική συνειδητοποίηση της ανθρώπινης μοίρας. Εκείνης που ορίζει πως κάποια κρίμματα βαραίνουν το ίδιο με το πέρασμα του καιρού και οι ψυχές τότε γονατίζουν και οι άνθρωποι παραδέχονται τη μικρότητα των προσδοκιών τους. Γραμμένο σε μια λιτή φόρμα, σχεδόν προφορική, το σύντομο διήγημα σκιαγραφεί την προσωπογραφία του πόνου. Η χρήση της καθαρεύουσας, όχι μόνο δεν δυσκολεύει τον αναγνώστη μα εντείνει τη συναισθηματική φόρτισή του.
Ο άνθρωπος πάντα θα κρύβει βαθιά μυστικά, αμαρτήματα που ορίζουν και ερμηνεύουν τις πράξεις της καθημερινότητας. Η ελληνική επαρχία με τα δράματα και την υψηλότερη έκφραση μιας ελληνικότητας που χάθηκε στις μεγαλουπόλεις. Οι δεισιδαιμονίες, η πίστη, η ελπίδα που κινεί και οδηγεί τα βήμματά μας προς την εκπλήρωση της μοίρας. Η αγάπη για τη μάνα που με τα αρχαία της χέρια πλάθει τους νέους ανθρώπους. Η ανεπάρκεια κάθε παρηγοριάς εμπρός στο θάνατο που παραμένει ο αιώνιος εχθρός του ανθρώπινου. Εκείνος δυναστεύει τις ζωές, εντείνει τις αγωνίες και έπειτα με τη σύμπραξη του χρόνου φθείρει τις ζωές, τις κομματιάζει. Ο Βιζυηνός χρησιμοποιεί τα τοπία της γενέθλιας γης του. Σε εκείνα θαρρείς και ανακαλύπτει το σκηνικό για τη διεξαγωγή των αληθινών δραμάτων.
Το κείμενο είναι αληθινό γιατί στο τέλος των λέξεων ο αναγνώστης καταννοεί την ανυπαρξία της συγχώρεσης. Για τούτο καθίσταται και ασύγκριτα χριστιανικό, αφού έτσι περιγράφει τη μεγαλύτερη διαφωνία του ανθρώπου με το Θεό που εκείνος έπλασε. Τίποτα το φανταστικό και περιττό στη γραφή του Βιζυηνού. Με ένα λόγο αφηγηματικό και απλό ο συγγραφέας ερεθίζει τα πιο κρυφά, συγκινησιακά πεδία του αναγνώστη. Δύο πρόσωπα, η αφήγηση που διεξάγεται άμεσα σε πρώτο πρόσωπο. Και όμως, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει περισσότερο για τα τεχνικά στοιχεία ενός τέτοιου κειμένου. Η αλήθεια του είναι η πιο σημαντική αρετή του.
Καθώς κλείνει κανείς το βιβλίο μπορεί να αισθανθεί την υγρασία της θλίψης στα μάτια. Η εμπειρία ενός τέτοιου βιβλίου μπορεί να χαρακτηριστεί μονάχα ως συγκλονιστική. Γιατί ακόμα και από τον τίτλο μπορεί κανείς να καταννοήσει πόσο σκληρό φορτίο μπορεί να είναι εκείνο το κρυφό αμάρτημα της μάνας. Επειδή πρόκειται για τη μητέρα. Τη μόνη πίστη των ανθρώπων. Το μοναδικό κατάλοιπο, τη μόνη απόδειξη της θεϊκής ύπαρξης.
Γεώργιος Βιζυηνός
Ο Γεώργιος Βιζυηνός γεννήθηκε το 1849 στη Βιζύη της Θράκης. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Μιχαηλίδης. Έμεινε ορφανός από πατέρα στα πέντε του χρόνια και στα δέκα του στάλθηκε στην Πόλη, κοντά σε κάποιον συγγενή του για να μάθει τη ραπτική τέχνη. Δύο χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του τελευταίου, ο οποίος υπήρξε τυραννικός απέναντι στο μικρό Γεώργιο, στάλθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου ως υποτακτικός του αρχιεπισκόπου Σοφρωνίου Β΄ με φροντίδα του ευεργέτη του εμπόρου Γιάγκου Γεωργιάδη Τσελεμπή. Στην περίοδο της παραμονής του στην Κύπρο (περίπου 1868 ως 1872) τοποθετούνται οι πρώτες σπουδές του, τις οποίες ακολούθησαν το 1872 μαθήματα στο Ελληνικό Λύκειο του Πέραν στην Κωνσταντινούπολη, υπό τη διεύθυνση του Γεωργίου Χασιώτη και στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης με δάσκαλο και συμπαραστάτη του τον τυφλό ποιητή και θεολόγο Ηλία Τανταλίδη.
Ο επόμενος χρόνος της ζωής του Βιζυηνού σημαδεύτηκε από τη γνωριμία του με τον τραπεζίτη και εθνικό ευεργέτη Γεώργιο Ζαρίφη, ο οποίος τον έθεσε για πολλά χρόνια υπό την προστασία του. Με τη βοήθεια του τελευταίου ο Βιζυηνός τύπωσε στην Κωνσταντινούπολη την πρώτη του ποιητική συλλογή Ποιητικά Πρωτόλεια και έφυγε για την Αθήνα, όπου τελείωσε το γυμνάσιο της Πλάκας. Το 1874 υπέβαλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό το επικό ποίημα Ο Κόδρος και βραβεύτηκε με εισήγηση του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, όμως η βράβευσή του προκάλεσε αρνητικά σχόλια και αντιδράσεις στους λογοτεχνικούς κύκλους. Το ίδιο έτος γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας για ένα χρόνο και το 1875 έφυγε για σπουδές στη Γερμανία. Είχε προηγηθεί μια δεύτερη (αποτυχημένη αυτή τη φορά) συμμετοχή του στο Βουτσιναίο διαγωνισμό με το ποίημα Διαμάντω. Στη Γερμανία σπούδασε (1875 – 1880) στο Γκαίτιγκεν, τη Λειψία (υπήρξε μαθητής του Βίλχελμ Βουντ) και το Βερολίνο (με δάσκαλο τον Έντουαρντ Τσέλλερ) και το ενδιαφέρον του στράφηκε κυρίως στη φιλοσοφία και την ψυχολογία. Η οικονομική του ανέχεια τον οδήγησε στην ενασχόλησή του με την εκμετάλλευση των μεταλείων που κατείχει ο ίδιος ως κληρονομός του πατέρα του και την επιστροφή του στην αφιλόξενη Αθήνα του ακαδημαϊσμού. Η αρχή του τέλους για το μεγάλο διηγηματογράφο στάθηκε ο ατυχής έρωτας για μια δωδεκάχρονη μαθήτριά του στο Ωδείο, όπου και δίδασκε. Νοσηλεύτηκε στο Δρομοκαίτειο Ίδρυμα όπου και πέθανε το 1896 σε ηλικία 47 ετών.

Twitter
Myspace
Digg
Yahoo
Googlize this
Facebook
Wikio
Comments
RSS feed for comments to this post.