
θέλουμε να μπορούμε να ζούμε, να ταξιδεύουμε και να εργαζόμαστε ελεύθερα.
Θα ήθελα να μιλήσω για τη δεύτερη γενιά. Γίνεται συχνά λόγος για τα παιδιά αυτά, νέες και νέους, με γονείς μετανάστες, των οποίων αποτελώ και εγώ μέρος. Ο όρος αυτός δεν μου ταιριάζει και δεν μου αρκεί. Δεν είμαι η δεύτερη ή οποιαδήποτε γενιά. Είμαι η Ιωάννα, οι γονείς μου γεννήθηκαν στη Νιγηρία, εγώ στην Ελλάδα και εδώ δεν θεωρούμαι από το κράτος ισότιμη με τα παιδιά των Ελλήνων. Και ωστόσο αυτό που μένει τελικά είναι ότι είμαι Αφρικανή μετανάστρια και ότι πρέπει να φύγω. Αν και πηγαίνω στο ελληνικό σχολείο, παρακολουθώ μαθήματα, πληρώνει δηλαδή το κράτος για να με μορφώσει, να με μάθει τι σημαίνει δημοκρατία, παιδεία, και να μου δώσει όλα τα προσόντα ώστε να είμαι στα 18 μου έτοιμη, δεν μπορώ να είμαι πολίτης. Αν αυτό δεν είναι αντίφαση τότε τι είναι;
Δεν μπορώ να σας περιγράψω τι σημαίνει για ένα παιδί «δεύτερης γενιάς», όπως λέμε, που γεννήθηκε εδώ ή ήρθε σε μικρή ηλικία, να βλέπει καθημερινά τους γονείς του να κουράζονται και να χάνουν την ελπίδα τους. Αν το πρόβλημα ωστόσο στους γονείς μας είναι μεγάλο, σε εμάς είναι τεράστιο. Είμαστε σε χειρότερη θέση διότι δεν ξέρουμε σε ποια χώρα ανήκουμε. Και τελικά αυτό που νοιώθουμε είναι ότι είμαστε προσωρινοί. Αυτήν την αίσθηση προσωρινότητας, που δεν μας επιτρέπει να σχεδιάσουμε το μέλλον μας σε σταθερές βάσεις, είναι κάτι που μας ακολουθεί μονίμως. Αν για τους νέους η επισφάλεια στην εργασία είναι πιθανός κίνδυνος, για εμάς είναι βεβαιότητα. Αν για άλλους οι εκλογές είναι αδιάφορο γεγονός, για εμάς που δεν μπορούμε να ψηφίσουμε στα 18, είναι απλώς υπενθύμιση ότι δεν μας θεωρούν κομμάτι της πολιτικής κοινότητας. Και όμως, δεν χρειαζόμαστε άλλο «περιθώριο χρόνου» για να ενταχθούμε καλύτερα. Είμαστε ήδη εδώ, μέρος της δικής σας αλλά και της δικής μας «ελληνικής κοινωνίας», εργαζόμαστε, ζούμε την πόλη και τις προσωπικές μας σχέσεις όπως όλοι, πηγαίνουμε στα ίδια σχολεία και κουραζόμαστε με τα ίδια πράγματα. Ωστόσο η δική μας καθημερινότητα είναι πιο δύσκολη.
Το μόνο που θέλω να θυμάστε είναι το εξής: Αυτό που νοιώθουμε εμείς που καταγόμαστε από χώρες της Αφρικής είναι ένας πνιγμένος θυμός που μας καθηλώνει καθημερινά. Η γραφειοκρατία που βλέπουμε να τσακίζει τους γονείς μας αλλά και η συνειδητοποίηση ότι για το ελληνικό κράτος δεν μετράμε, οδηγεί πολλούς από εμάς να νοιώθουν αβοήθητοι και να προσπαθούν να χαθούν μέσα στο πλήθος. Αλλά για εμάς, και νομίζω ότι καταλαβαίνετε τι εννοώ, είναι αδύνατον να κρυφτούμε από τον ρατσισμό. Τόσο τον εμφανή και τον ξεδιάντροπο, αλλά και τον υπόγειο και κρυφό, που μας λυπάται για το «χρώμα» μας και τις δυσκολίες που έχουμε να αντιμετωπίσουμε επειδή είμαστε από την Αφρική, δηλαδή από χώρες που όπως φαίνεται να πιστεύουν μερικοί, το μόνο που έχουν να προσφέρουν είναι εικόνες μιζέριας και δυστυχίας.
Και ωστόσο παρά τα προβλήματα και τα εμπόδια που σταματούν πολλούς από το να μιλήσουν, εγώ σας λέω ότι είμαι αισιόδοξη. Γιατί θέλω να μορφωθώ, ξέρω τι μπορώ να κάνω, αλλά και γιατί συνειδητοποιώ ότι για εμάς που καταγόμαστε από χώρες εκτός της ευρωπαϊκής ηπείρου, τα πράγματα δεν πρόκειται να βελτιωθούν σύντομα. Δεν πρόκειται τα κράτη των γονιών μας να μπούνε στην Ευρώπη, δεν πρόκειται οι χώρες καταγωγής μας σύντομα να κάνουν άλμα ανάπτυξης, δεν προκειται να ξεφύγουμε από την «προσωρινότητα» που μας κάνει ομήρους σε μια χώρα που μας μορφώνει αλλά δείχνει ότι δεν μας θέλει.
Με ρώτησαν πρόσφατα αν νοιώθω Ελληνίδα. Η απάντηση είναι ότι νοιώθω πολλά πράγματα. Δεν είναι μόνο ένα, αλλά σίγουρα είμαι ΚΑΙ Ελληνίδα. Και μάλιστα αυτό που θέλω πάνω από όλα είναι να μπορώ να το ανακαλύψω μόνη μου, με τρόπο αυτόνομο, και τώρα και στο μέλλον. Θα το προσπαθήσω, και μαζί με εμένα και άλλα παιδιά που αρχίζουν να συνειδητοποιούν σιγά σιγά ότι η λύση είναι η δράση και όχι απλώς η αδιαφορία ή η ελπίδα της φυγής σε άλλη χώρα.
Αν και είμαι νεαρή, έχω φωνή, αν και δεν έχω πλήρη δικαιώματα, ξέρω ότι δεν είμαι αδύναμη. Γιατί πρέπει να αλλάξει η κατάσταση και να αναγνωριστούμε ως ισότιμοι σε όλα πολίτες. Να μπορούμε να ζούμε, να ταξιδεύουμε και να εργαζόμαστε ελεύθερα. Να γίνει κατανοητό δηλαδή ότι δεν είμαστε απλώς «δεύτερη γενιά» μεταναστών, αλλά πάνω από όλα άνθρωποι.
Θέλω να πω ότι πίσω και γύρω από εμένα υπάρχουν και άλλες δυνατές γυναίκες. Η μητέρα μου, φίλη και προστάτις μου, που την βλέπω καθημερινά να ταλαιπωρείται με έναν τρόπο που μου υπενθυμίζει όχι μόνο το χρέος μου απέναντί της, αλλά και σε κάθε άλλη γυναίκα που μεγαλώνει με πείσμα και αγώνα τα παιδιά της. Οι γυναίκες, της Ένωσης Αφρικανών Γυναικών, που δραστηριοποιούνται με συνέπεια και συνέχεια και παρά τις αντιξοότητες κάνουν ουσιαστικά πράγματα. Και τέλος όλες οι γυναίκες σε διάφορους χώρους, Ελληνίδες και μετανάστριες που με αλληλεγγύη και εμπράκτως προσπαθούν να κάνουν γνωστή τη θέση των παιδιών των μεταναστών.

Twitter
Myspace
Digg
Yahoo
Googlize this
Facebook
Wikio