
υπάρχουν στις πόλεις γειτονιές
με σπίτια φτιαγμένα από ελπίδα και φόβο.
Το πλήθος ξεχύθηκε στην αγορά. Υπήρχαν άνθρωποι με μαχαίρια και παιδιά που κρατούσαν όπλα αυτοσχέδια. Από λέξεις και παλιά παιχνίδια. Σαν εκείνα που θα βρεις, καθώς θα εισέλθεις στη σκοτεινή αποθήκη ενός ετοιμόρροπου σπιτιού. Οι άντρες κρατούσαν από τα χέρια τους άλλους. Κάποιος αναλάμβανε το καθήκον. Το μαχαίρι τρύπωνε βαθιά μες στα σώματα, το αίμα, το ίδιο αίμα. Γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα ίδιο αίμα. Να φωλιάζει και έπειτα να χύνεται λερώνοντας τα ρούχα.
Στα υπόγεια διαγράφονταν οι νευρικές κινήσεις των σκιών. Οι γυναίκες με τα πορφυρά μάτια κείτονταν νεκρές. Ένα κοπάδι από ορφανά παιδιά θα σκορπούσε στις οδούς. Τώρα κανείς δεν νοιάζεται για τις κραυγές των ετοιμοθάνατων. Οι γηγενείς στοιβάζονται στα μπαλκόνια. Φωνάζουν, χειρονομούν. Με επευφημίες ευλογούν τις φονικές πράξεις των αδελφών. Κάποιοι, με ακρωτηριασμένα χέρια και ακρωτηριασμένα μάτια, συρρέουν στους ναούς. Εκεί θα φυλαχτούν. Από τα άγρια παιδιά. Οι ιερείς αρνούνται την είσοδο. Εις το όνομα του Πατρός. Ο Θεός των δυτικών αποστρέφεται τους τρομαγμένους.
Εκείνοι που κάποτε ζήτησαν μια δεύτερη πατρίδα, τώρα έχουν σκισμένα ρούχα. Σαν πουλιά με φτερά τσακισμένα από τις φωτιές, περιμένουν ένα τέλος. Κάποιοι γονατίζουν. Εκλιπαρούν την άφεση. Μα οι αυτόχθονες δεν θα δειλιάσουν. Εκείνο το κομμάτι του ψωμιού, δεν ανήκει σε όλους. Με το ίδιο όργανο της σφαγής, θα χαράξουν αύριο τα κομμάτια. Θα γευτούν το αίμα από τα αιχμηρά όργανα. Σε λίγο θα ξημερώσει. Στη θέση των άψυχων σωμάτων με τα βλέμματα πνιγμένα σε γκρεμούς, θα προκύψουν λουλούδια. Με σκοτεινούς, εβένινους βλαστούς. Και πέταλα στα χρώματα νότιων δειλινών.
Οι άνθρωποι θα περπατήσουν στις παρόδους. Οι καπνοί θα φανερώνουν τα αρχαία μαντεία της νύχτας. Τώρα πια δεν υπάρχουν χρησμοί. Ο άνεμος δεν κουβαλά χρησμούς. Μονάχα την οσμή από το θάνατο μεταφέρει. Τα παιδιά θα ρωτήσουν για τα ρημαγμένα παιχνίδια. Μια μητέρα θα διέλθει βιαστικά εμπρός από το ισόγειο σπίτι. Με τις σωρούς των νικημένων. Μέσα μια γενιά θα κείτεται προδομένη. Οι εργάτες θα δακρύσουν καθώς θα εκτελούν τις εντολές της δημοτικής αρχής. Η μνήμη θα πρέπει να πάψει. Κανείς να μην θυμάται τις μορφές, τα πρόσωπα, τα γέλια των κυριακάτικων υμεναίων, τις μελωδίες από τις ακτές με τις ερυθρές πέτρες, τις απόκρημνες. Κάποιος φωνάζει. «Νικήσαμε». Μα εκείνοι που τρώνε κλαίγοντας στο τραπέζι και έπειτα ψηλαφίζουν το πηγμένο αίμα στις άκρες των δαχτύλων γνωρίζουν την ορέστεια μοίρα τους. Ένα παιδί χαράζει τα ονόματα στους κορμούς των κυπαρισσιών. Τώρα οι άνθρωποι κουβαλούν πάντα ένα κυπαρίσσι. «Πολύτιμο είναι εκείνο που κατέχει μια παλιά, τεράστια σημασία. Πολύτιμο είναι να μην υπάρχουν ηττημένοι». Έπειτα θα αρπάξει το μαχαίρι που έκοψε το ψωμί, την ανάσα. Θα το στρέψει στο λαιμό του.
Ο θάνατος θα προκληθεί με έναν τρόπο ενστικτώδη. Ύστερα, η μητέρα, καθώς θα κοιτά από τον εξώστη του σπιτιού, θα δει το νεκρό παιδί της. Δεν θα κλάψει. Θα ετοιμαστεί για την ταφή του νέου ανθρώπου. Ένα μαχαίρι διαθέτει πάντα δυο άκρως επώδυνες άκρες. Και μια πατρίδα, γη για να χωρέσουν περισσότεροι ηττημένοι. Περισσότερα, υπέροχα σώματα. Στις παρελάσεις των επερχόμενων επετείων θα διέρχονται οι νεκροί, Με τα όπλα και τη λύπη.
Όλα τούτα ίσως να συμβούν στην Κυψέλη, στις ανήσυχες πλατείες με τα βυζαντινά ονόματα, κατά μήκος πεζοδρόμων με πλανόδιους πωλητές και γυναίκες με φορεσιές πολύχρωμες, αφρικανικές. Γιατί υπάρχουν στις πόλεις γειτονιές με σπίτια φτιαγμένα από ελπίδα και φόβο.

Twitter
Myspace
Digg
Yahoo
Googlize this
Facebook
Wikio