
Εις μνήμην των Ελλήνων κατοίκων του Καναδά
Δεκέμβρης του 1918. Οι τραυματίες εγκαταλείπουν τα αποτρόπαια πεδία των μαχών και παίρνουν το δρόμο της επιστροφής. Ζωές κατεστραμμένες, μάτια με μυριάδες, ολέθριες μαρτυρίες νεκρών σωμάτων, ονείρων νεκρών. Χάλκινα παράσημα στολίζουν τα στήθη. Τα συντρίμμια στα υπόγεια των ψυχών δεν φαίνονται πια. Ο Μεγάλος Πόλεμος μόλις έχει λήξει. Κανείς δεν θα θυμάται σε λίγο καιρό τις σωρούς στις γαλαρίες των αμυντικών γραμμών. Οι ανθρωπότητες θα λησμονήσουν τα αναρίθμητα σώματα των μαχητών που θάβονται, δίχως προσευχές στις βαθιές πτυχώσεις της γης. Ο θάνατος δεν είναι παρά ένας ορίζοντας από ρημαγμένες πόλεις, ρημαγμένους κήπους, παλιών, πορφυρών φυτών. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί κοινωνούν το χαρμόσυνο μήνυμα της λήξης. Μα ο πόλεμος έχει αφήσει χαραγμένα σημάδια στις ζωές. Στα σπίτια, τα παιδιά ρωτούν για τον ταξιδευτή πατέρα, αγωνιούν για την επίμονη απουσία. Μα πώς να μιλήσεις στα παιδιά για τον πόλεμο. Όλοι σιωπούν αμήχανα, καθώς αντικρίζουν μες σε υπαίθριους καθρέφτες τα τρομαγμένα προσωπεία που κάποτε αναγνώριζαν ως δικά τους.
Στο μικρό χωριό που ξεχειμωνιάζει στα πόδια του βουνού, κανείς δεν φαίνεται στους δρόμους. Άνδρες και γυναίκες σταλάζουν εμπρός στα παλιό, ραδιοφωνικό σταθμό με τη βραχέα αναμετάδοση. Κάποιος καραδοκεί στο βάθος της οδού. Οι αγωνιζόμενοι πρόκειται να βραβευθούν με τιμές ηρώων. Τα θρυλικά επώνυμα των ηρώων θα ταφούν με κάθε τιμή, καθώς αρμόζει το δόγμα των πιστών. Μια ξεχασμένη φρουρά υπομένει καρτερικά το παγωμένο πρωινό. Η ενημέρωση για την τύχη των αγνοουμένων είναι έκδηλη. Οι γυναίκες συνομιλούν εμπρός από τις σιωπηλές αυλές. Μιλούν για τους ξενιτεμένους, για τη διχόνοια, το λοιμό που θανάτωσε τρία από τα νιογέννητα παιδιά του οικισμού. Κάποια, νεαρή χήρα, ψιθυρίζει τη φοβερή είδηση. Στο Τορόντο ο στρατός, οι βετεράνοι με τη φλογισμένη μοίρα των οδοφραγμάτων στράφηκαν απέναντι στο ελληνικό στοιχείο. Οι άνδρες καίγονται στο εσωτερικό των καταστημάτων μαζί με τα κοχίλια, τις σημαίες, τα πατρογονικά ενθύμια των αναχωρήσεων. Ένας άνδρας μιλά για τις απαίσιες σκηνές του ολοκαυτώματος. Παντού, ξεπηδούν αόρατοι εξεγερμένοι με σκουριασμένα όπλα και παμπάλαιες μνήμες. Τα πρόσωπα των Ελλήνων διατηρούν ακόμα την έξαψη ενός Οδυσσέα.
Η ανάγνωση του αποκόμματος της εφημερίδας ανασύρει φανταστικές εικόνες στο νου των γηγενών. Η είδηση μοιάζει ξεχασμένη από την ιστορία. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες δείχνουν ξεκάθαρα το μέγεθος των επεισοδίων. Ένα ανθρώπινο κοπάδι, φορτωμένο τις αμαρτίες ενός ξέφρενου, θανατηφόρου πανηγυριού φαίνεται να προελαύνει στους δρόμους της καναδέζικης πολιτείας. Στο παράθυρο ακίνητη μια γυναίκα κρατά το βρέφος. Στο βλέμμα της χορεύουν ατίθασα η πείνα και ο φόβος, εναλλάσσονται παρόν και παρελθόν. Μιαν άλλη εικόνα σμιλεύω και φέρνω στο νου τις ορδές των απελπισμένων καθώς μετατρέπονται σε βορά στη μήνη των ταπεινωμένων. Άνεργοι βετεράνοι, άνδρες δίχως ελπίδα, γυναίκες με θυμωμένα τα άλλοτε ερωτικά χαρακτηριστικά της μορφής.
Τώρα εμπρός μου απομένουν η γυναίκα με το παιδί, η φωτογραφία του πλήθους, οι μυριάδες των νεκρών από τον πρώτο των πολέμων. Η ιστορία επαναλαμβάνει αυστηρά τις κυκλικές διαδρομές της. Οι Έλληνες της διασποράς πάντα μνημονεύουν, με παρελάσεις και ομιλίες διαφωτιστικές τα γεγονότα. Ο φόβος όμως παραμένει. Μοναδική έξοδος κινδύνου η συστηματική μνήμη τους παρελθόντος. Ο ουρανός είναι πια γεμάτος από πολύχρωμους δράκοντες με σκοινιά που κινούνται σε ακαθόριστες τροχιές, πάντα προς τον ήλιο. Συλλογίζομαι τους σύγχρονους Έλληνες. Κανείς πια δεν μιλά για τους άθλιους του Καναδά. Μονάχα τρέφουν μίσος, όπως και τότε για τα παιδιά της παρακμής που επαιτούυ στα θερμά νεύματα του σηματοδότη. Η άγνοια της ιστορίας φαντάζει τραγική.
*Το άρθρο βασίζεται στα αληθινά γεγονότα του 1918, όταν οι εξαθλιωμένοι Καναδοί πολεμιστές δοκίμασαν, κατά την επιστροφή τους την αλλαγή στον κοινωνικό ιστό. Η παρουσία χιλιάδων Ελλήνων στα πόστα που οι κάτοικοι του Τορόντο απασχολούνταν, η λανθασμένη τακτική της ελληνικής, κεντρικής εξουσίας να τηρήσει ουδέτερη στάση απέναντι στον πόλεμο, καθώς και η παράλυση της καναδέζικης οικονομίας προκάλεσαν ένα αναίτιο ξέσπασμα βίας προς τις ελληνική, μεταναστευτική παρουσία.
Σήμερα, η στάση των Ελλήνων, συνομολογεί την τραγική αλήθεια. Η σύγχρονη, ελληνική κοινωνία περιφρονεί τις δοκιμασίες των παλαιότερων γενεών, καθώς οι μετανάστες μετατρέπονται σε σύμβολο αναταραχής και βίας, αιτία ανεργίας. Το παραπάνω κείμενο συνιστά μια υπενθύμιση για τους βάρβαρους που δεν φτάνουν μα ζουν εδώ και πρέπει να μάθουν να υποδέχονται.

Twitter
Myspace
Digg
Yahoo
Googlize this
Facebook
Wikio