Εις μνήμην

PDF
smaller text tool iconmedium text tool iconlarger text tool icon

 

 

   πρωινές αγωνίες

 

 

Οι πορείες τώρα ησυχάζουν. Οι οδοιπόροι αναπαύονται στα σπίτια που καίγονται μες σε χάρτινα φώτα. Στην πόλη τίποτα δεν θυμίζει τις πρωινές αγωνίες. Μονάχα τα αυτοσχέδια σύνεργα των μαχών κείτονται αφημένα σε σωρούς, εμπρός από τα καταστήματα και τα μέγαρα των νεκρών ευεργετών. Στις προσόψεις των περιπτέρων, ισορροπούν πάνω σε σύρματα τεντωμένα οι αιμάτινες ειδήσεις με τις συγκλονιστικές εξελίξεις των ημερών. Κανείς δεν κοιτά προς τις τραγικές φωτογραφίες. Ο χρόνος μετριέται πια σε ρυθμό θερινό και η θέρμη στα σώματα αποκτά στοιχεία τροπικών. Κάποιοι στα καφενεία των λαϊκών παρόδων ψιθυρίζουν τα ονόματα των νεκρών.

Οι δικαστές αποφασίζουν και επιδεικνύουν τους ενόχους, δίχως κανένα δισταγμό για το επικίνδυνο και ενάρετο έργο τους. Τα παιδιά που συρρέουν σιωπηλά στις φωλιές κατέχουν τις απαραίτητες πληροφορίες. Δίχως να συλλογιστούν τις αμέτρητες πτώσεις των καιρών, κοινωνούν τη θλίψη.

«Οι τρεις υπάλληλοι δεν φέρουν εγκαύματα. Ο θάνατος τους οφείλεται σε αίτια φυσικά. Ο θάνατος προήλθε από την ασφυξία που προκάλεσαν οι πολλαπλές καύσεις. Οι αρχές ανακοινώνουν τη λύπη τους για τις τραγικές εξελίξεις.»

Κανείς δεν μιλά. Οι καθρέφτες, οι ρυθμοί και οι αγώνες δεν επιτρέπουν μια κάποια περισυλλογή του συμβάντος. Τώρα βρέχει πεταλούδες στους ώμους και τις στέγες, οι δρόμοι τώρα, σπάνε και σε λίγο πια κανείς δεν μνημονεύει τα νεκρά επώνυμα ανάμεσα σε σημαίες και συνθήματα.

Εδώ και αιώνες έπαψε η ανέγερση των ανδριάντων και έπειτα κανείς δεν ζήτησε ήρωες μες στους καιρούς της θυέλλης.

 

Add comment


Security code
Refresh