Η ευθύνη σου

PDF
smaller text tool iconmedium text tool iconlarger text tool icon

  

 

   «για το μετανάστη»

 

 

Δεν είχες χρόνο όλο ετούτο τον καιρό να ξαποστάσεις από το μεθοκόπι στης ελπίδας τα φτηνά ταβερνεία. Δεν είχες χρόνο να προσέξεις εκείνο το μεσήλικα, ρακένδυτο άνδρα που σάλευε βιαστικά σε κάθε νεύμα του φωτεινού σηματοδότη. Δεν πρόσεξες τα δακρυσμένα μάτια του μες στο γύρισμα των βροχών, στου φωτός την ξέφρενη γιορτή δεν κατάφερες να δεις έναν ίσκιο από χαλάσματα να διατρέχει τις παλιές, ετοιμόρροπες αψίδες που είχες για σύμβολο υπατικό. Καημένε, δεν είχες χρόνο μήτε το άνηβο αγόρι να φιλέψεις μια κόρα ανθρωπιά. Εκείνο το αμούστακο παιδί που επιμένει να στιλβώνει τα ακριβά σου υποδήματα και όλο κρατά έτσι το πρόσωπό του χαμηλά στης γης το ύψωμα.

Εσύ και εγώ, λησμονήσαμε τα παμπάλαια ταξίδια, την ανέχεια που καβούρντιζε το βίο με θέρμη ανυπόφορη. Μες στην κίνηση και τις αδιάφορες ομιλίες των ανθρώπων δεν ακούσαμε, μήτε ψυχανεμιστήκαμε πως εκείνη η εκκωφαντική κραυγή από το κέντρο της πόλης, τις συνοικίες με το γκάζι και τους σβησμένους λαμπτήρες θα ήταν το τελευταίο σήμα εκείνων που ζουν κρυμμένοι πίσω από τις γρίλιες. Για όλους εκείνους του θρόμβους ελπίδας, η λάβα γύρω από τα μάτια, το δαχτυλιδένιο, σφιγμένο στόμα, η αλλόκοτη γλώσσα, πάντα ξέχωρη από τα χείλη ήταν το στερνό διάβημα προς εσένα, προς εμένα, προς μια κοινωνία γερασμένη. Κάτι θα άλλαζε για το παιδί που κρυώνει στα έπαυλα γύρω από το έρημο λιμένα, αν εσύ, αν εγώ συλλογιζόμουν εκείνη τη δίψα που κρύβεται κάτω από τη ρίζα του ανθρώπου.
Τώρα η πόλη γιόμισε ερείπια φθινοπωρινά, σχοινιά σαπισμένα με βλέμματα από άνθρακα και λήθη. Η πόλη, εκείνη που δεν είναι δική σου, μήτε δική μου, ξοδεύει το σθένος της σε φωτισμένη σκόνη και κυνήγια αργυρά. Θυμήσου πότε στάθηκες πίσω από το μεγάλο παράθυρο με την κλειδωμένη θέα και αναρωτήθηκες για εκείνο το πικρό δάκρυ του άνδρα που λυγάει στο τσιμεντένιο κράσπεδο τις νύχτες και ύστερα βυθίζεται μες στις ανάπηρες στοές, τις ευρύχωρες, ολισθηρές εσοχές.

Εσύ δεν βρέθηκες ποτέ μονάχος σε τόπο άλλο, μόνος σαν σήραγγα, με τα πουλιά να ψαλιδίζουν τον ουρανό στο πλάι σου. Εσύ, ναι σε σένα μιλάω με την κομψή ενδυμασία και τα τρύπια μάτια, πες μου αν λησμόνησες τα λόγια τα χαμένα, εκείνα που ακούγονται αιώνες τώρα στα γραμμόφωνα και τα χείλη. Κοίτα το σώμα που καρπίζει στον ασφάλτινο κάμπο, γιομάτο από τη μνήμη κάποιας μακρυσμένης πατρίδας. Πάψε να χτυπάς το σφυρί και τον κορυνό στα αιμάτινα χέρια του αμίλητου άνδρα με την αγκάθινη σαγή του ξενιτεμού. Κράτα στα καταρρακτώδη χέρια σου ένα λουλούδι, ένα πορφυρό ανθό, όλο αίμα και καρδιά καμωμένο και άπλωσε το χέρι σου να μοιραστείς τον τρόμο και την οδύνη του ξεριζωμένου. Θα τον γνωρίσεις από το παγωμένο πρόσωπο που απομένει θλιμμένο σαν τη σβησμένη λάμπα του δρόμου. Θα τον γνωρίσεις από τη θωρριά που στυλώνεται σαν εξάντας στις τέσσερις μεριές του ορίζοντα.

Τώρα που οι προδομένοι μας θεοί καταρρίπτονται στο σαθρό έδαφος του πεπρωμένου, τώρα που ρίζωσαν ένα σωρό λειμώνες στις ανήσυχες πλατείες την Ατθίδος, ξεγυμνώσου από την αισχρή αιδώ των καιρών και πάψε να μιλάς για οράματα και λαμπρές ημέρες, μελλοντικές. Άκουσε ξεκάθαρα τις στραγγαλισμένες φωνές που επιζούν μες στον απρόσωπο συνωστισμό των τειχών. Είναι φωνές που κρέμονται από φθαρμένα μάτια και στροβιλίζονται σαν το νερό που ρέει μέσα από θάμνους και προσόψεις μολυβιές, πολυκαιρισμένες. Στοίβαξε, λοιπόν σε μια άκρη τα φτωχά σύνεργα της μοναξιάς και βιάσου να μην λησμονηθεί εκείνο το άσημο μυστικό που αντηχεί στα στενά αδιέξοδα της πόλεως. Η γυναίκα με το παιδί στον κόρφο και το νικημένο βλέμμα πίσω από το πολύχρωμο μαγνάδι έφυγε κάποτε να γλιτώσει την ελπίδα της από τις φρικιάσεις των υπέροχων εθνών.

Ο ουρανός θα είναι πάντα μια απόκριση σπουδαία, μα το χαμόγελο που κάποτε σχηματιζόταν στο πρόσωπο σου είναι το δεκανίκι για το παιδί με το ερειπωμένο μέλλον. Σήκωσε λοιπόν την έγκλειστη ελπίδα, καθώς ο άνθρωπος σηκώνει στα χέρια τις εποχές και τα μελλούμενα. Μες στις αδιόρατες, φευγαλέες λεπτομέρειες των πραγμάτων, ανάμεσα σε σπασμένους σταυρούς και άμβωνες υπάρχουν άνθρωποι που ονομάζονται Κυριακές και έχουν για βλέμμα κάποιο δύσκολο φευγιό. Για όλους εκείνους με την εργασμένη όψη, κράτα ένα μικρό απόθεμα ανθρωπιάς και ένα ορίζοντα φαρδύ και απλόχερα ανοιχτό.

 

Add comment


Security code
Refresh