
Το θέατρο του Νο, στα χνάρια του Ευριπίδη
Στην παλιά αυλή του αυτοκρατορικού εξοχικού, πλήθος ετερόκλητων ανθρώπων συνωστίζεται. Κρινολούλουδα, κόκκινα τριαντάφυλλα και ανεμώνες ανθίζουν στα περιποιημένα, αυστηρά καθορισμένα παρτέρια. Μια ευγενική ανεμική, κουβαλά τον ήχο του νερού, σέρνει σαν τη σκόνη ένα σωρό από μουσικές και ομιλίες που καταφτάνουν καθάριες από τα γύρω σπίτια. Ακόμα και ο ρόχθος του ποταμού, μοιάζει να ψιθυρίζει στους ανθρώπους τα αιώνια, ανείπωτα μυστικά του. Εμπρός μου στυλώνεται ένα ξύλινο παραπέτασμα. Τέσσερις κορμοί από μπαμπού και μια ψάθινη στέγη συνθέτουν το παράπηγμα που εκτελεί χρέη ναού. Στο μέσον της καμωμένης από σημύδα, σκηνής ένα χάρτινο στασίδι στέκει, ταπεινό. Σκέφτομαι πως έτσι θα έπρεπε να είναι όλοι οι βασιλικοί θώκοι, δίχως πλουμίδια και φανταχτερά φτιασίδια από χρυσό και ασήμι και πετράδια ακριβά. Στα χαμηλά τείχη που περιβάλλουν το χώρο, κρέμονται τα έκπληκτα προσωπεία. Συναισθήματα καμωμένα από πηλό, φανερώνουν τις πιο οικείες, ψυχικές καταστάσεις. Χαρά, πόνος, απογοήτευση. Βουβά, ανθρώπινα σκευάσματα αντηχούν τις πιο ισχυρές κραυγές της ψυχής. Ένας γέροντας, ντυμένος μια ολομέταξη στολή, μακριά ως τα γόνατα χαμογελά στους θεατές της παράστασης, ασάλευτος, καθώς ορίζει το τελετουργικό. Ύστερα σκοτεινιάζει και με μια αργή χειρονομία, χαράζει στον αέρα κάποιο υπατικό σύμβολο. Τώρα η έκφρασή του είναι σοβαρή, μετρημένη και το χαμόγελο έχει δώσει τη θέση του σε μια άφταστη σοβαρότητα που μαγνητίζει με το κύρος της. Ένα τσούρμο από παιδιά εισέρχεται στη σκηνή που λαμποκοπά, καθώς η μαβιά, επικήδεια τίντα της ξεψυχισμένης μέρας νοτίζει κάθε γωνιά του χώρου. Όμοια με ευλαβείς προσήλυτους τα νεαρά αγόρια στοιβάζονται γονατιστά στην ιερή στενότητα του χώρου. Φορούν άκαμπτα προσωπεία και με μια μελωδική αποδοχή, ορθώνουν τη λαλιά τους. Οι μακρόσυρτοι σκοποί του Βυζαντίου και της περήφανης, γοητευτικής Ανατολής μπολιάζονται και ξαναζούν εδώ σε τούτη την απόκοσμη σκηνή. Ένας άντρας εισέρχεται από τη στενή, ξύλινη γέφυρα που συνδέει την τριμερή, αμφιθεατρική πλατεία με το κέντρο των εξελίξεων. Έχει όψη θηλυκή και η ένδυσή του φαντάζει επιβλητική. Στο φόρεμά του λαμποκοπούν κεντημένα αστέρια και ολάκερη η μονότονη ακολουθία της μέρας αποτυπώνεται στα ρούχα του. Με συμβολικές, ξεκάθαρες κινήσεις φανερώνει το βάσανο που τον κυριεύει. Ξεπεσμένος αυτοκράτορας ή ατιμωμένος σαμουράι, ο άνδρας που υποδύεται τον απελπισμένο εαυτό του, φορώντας τα πάνσεπτα ιμάτια της γυναικείας αθωότητας, υποκρίνεται τον ξεπεσμό του ανθρώπου. Μα τούτο δεν γίνεται με κουρέλια και τριμμένα ρούχα, μα με ένα άκρως επίσημο ένδυμα. Το κοινό παρακολουθεί συγκλονισμένο τον ανθρώπινο λόγο, όπως ξεπηδά ειλικρινής από τη σωματική δραστηριότητα του ηθοποιού. Τα απομεινάρια της μακραίωνης, ιαπωνικής ιστορίας κοινωνούνται σε αστόξενους και αυτόχθονες. Οι εξωμότες της εθνικής πορείας δεν μπορούν να αντιληφθούν τον πλούτο που ξοδεύεται εμπρός στα έκπληκτα μάτια τους. Το «θέατρο του Νο» απαιτεί τον αφορισμό της γλώσσας, τη λεκτική σιωπή που θα αντικατασταθεί από την κίνηση, τη μία εκ των αρχικών πυλώνων του θεάτρου. Η νύκτια φορεσιά έχει μαγέψει ολόκληρη την πόλη. Η σιγή θορυβεί εκκωφαντικά και ολάκερη η νύχτα ορθάνοιχτη απομένει, σαν παλιό φιλόξενο σπίτι που δεν έχει τίποτα να φυλάξει πίσω από τα βαριά πορτόφυλλα. Ο ηθοποιός συνεχίζει το θείο λειτούργημά του και τα νυχτολούλουδα που υπομονετικά περίμεναν ετούτη την τραχιά ήττα της νύχτας, τώρα όλο ορμή ευωδιάζουν ίσα με την καρδιά.
Εμπρός μου ξαφνικά προβάλει κάποιος Ορέστης, με τα χέρια του βουτηγμένα στο αίμα. Ο Αγαμέμνων κάθεται δίπλα, ερωτοτροπώντας με την Κασσάνδρα, υποτιμά τις τρομακτικές ορμήνιες που ξεστομίζει. Ολάκερη η Τροία φλέγεται και η Εκάβη, σαν σκυλί σέρνεται στην εξορία από την εκδικητική μανία των Ατρειδών. Ο χορός που προειδοποιεί και προοικονομεί με κίνηση και κραυγές σπαραχτικές, άλλοτε χαρμόσυνες σαλεύει γύρω μου σαν κύμμα.. Οι είσοδοι φέρνουν τους ήρωες απέναντι στους κοινούς ανθρώπους. Εκείνους που θα έχουν πάντα τις ίδιες αγωνίες, τις ίδιες λύπες, την ίδια καταδίκη από τις δαιμονικές ερινύες. Ο νους μου ενθυμείται τις τερατικές φιγούρες των ηρώων, τις μορφές και τα πράγματα των ακαθόριστων σχημάτων. Εδώ, στη σκηνή του «Νο», το συναίσθημα συνιστά, όπως στην τραγωδία, ολάκερο το σώμα του θεάτρου. Οι άνδρες με τα προσωπεία ερμηνεύουν κάθε μύχια πράξη, αρσενική ή θηλυκή και ο επίγειος βίος που δεν διέπεται από την αρετή, ξεπέφτει και μαρτυρά, σαν άλλη Κλυταιμνήστρα.
Στη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου, στη μακρινή γη με τις θάλασσες και τους πιστούς πολεμιστές της τιμής, συναντά κανείς ψήγματα αρχαίου, ελληνικού θεάτρου. Οι ομοιότητες ενδεικτικές. Μα η επιλογή των ανθρωπίνων, ως πηγή θεματολογίας για τις δυο μορφές θεάτρου όμοια και αδιαμφισβήτητη. Στη μικρή γέφυρα που θα οδηγήσει τον ηθοποιό στην έξοδο, ενώνεται η ποιητική αλήθεια δύο λαών. Το πνεύμα του Αισχύλου, του Ευριπίδη συναντά την ιαπωνική, λαϊκή παράδοση. Η λέξη και το συναίσθημα μοιάζουν με κιβωτό και ο παγκόσμιος άνθρωπος στο αμπάρι της, καρπίζει το φόβο και την πίστη στα ίδια οράματα, τις ίδιες χίμαιρες. Το έργο τελειώνει και εγώ, κομψά βαλμένος στη θέση μου, θαυμάζω την αμφιθεατρική, παγκόσμια αρχιτεκτονική της Επιδαύρου.

Twitter
Myspace
Digg
Yahoo
Googlize this
Facebook
Wikio