
στο μαγικό ρυθμό των 9/8
«Σηκώθηκε δίχως να μιλήσει. Τα ρούχα του ακριβά, το πρόσωπό του ιδρωμένο, καχεκτικό. Ίσως το πιοτό να παραμορφώνει τα μάτια, τα χείλη, τις μονότονες κινήσεις του σώματος. Ίσως πάλι το πιοτό να καταστρέφει την ακριβή σου μάσκα, εκείνη που με τόσο κόπο απέκτησες από το πολύβουο παζάρι της πόλεως. Ο άντρας πλησιάζει το πάλκο. Δεν μιλά, μονάχα στέκεται ακίνητος εμπρός από τους οργανοπαίχτες με τα κατάμαυρα σακάκια και τα χοντρά δάχτυλα ξαπλωμένα πάνω στο μπράτσο των λαϊκών οργάνων, Ύστερα ακούγεται ο συρμάτινος ήχος του πρώτου φθόγγου και μια νεκρική σιωπή κυβερνά το καπνισμένο κατάστημα με το παμπάλαιο μωσαϊκό. Η μικρή που κερνά τα ποτήρια των παθών και κάθε τόσο χαμογελά τρυφερά στους θαμώνες περιφέρεται ανυπόφορα θηλυκή γύρω από τα τραπέζια και θαρρείς πως καθένας αδημονεί να κουρσέψει το δέρας της θελκτικής της ύπαρξης. Ο άντρας στροβιλίζεται σαν δερβίσης στο μαγικό ρυθμό των 9/8 και με τα βλέφαρα σφαλιστά παραδίνεται στην αλλόκοτη δίνη. Κανείς δεν βρίσκεται δίπλα του. Κανείς δεν μιλά και εκείνη η μικρή που άλλοτε γελούσε και τριγύριζε στα μικρά, ξύλινα τραπέζια, τώρα σιωπά, καθισμένη σε μια γωνιά, παρατηρώντας το μυστήριο που τελείται εμπρός στα αμυγδαλωτά της μάτια. Ο ζεϊμπέκης κινείται αργά, η ματιά του ακουμπά καταγής και με τα ορθάνοιχτά χέρια του εκλιπαρεί για κάποιο μύχιο, κρυφό πόθο. Η μουσική πάντα μονότονη τέμνει το χρόνο και ο άνθρωπος ακροβατεί σε τούτο το μετερίζι. Η μουσική σταματά, ο άνδρας απομένει ασάλευτος στο κέντρο του πάλκου, σαν τις μνήμες που έπαψαν να γεννούν λύπη ή χαρά. Μια παλικαρίσια θλίψη δεσπόζει στο χώρο και ο χορευτής αναδύεται από τα κρυφά κατώγια της γης.»
Αργόσυρτο, μελαγχολικό, άφταστα λυπημένο. Τούτα είναι τα χαρακτηριστικά του ζεϊμπέκικου. Η ερμηνεία του όρου υποδηλώνει και την ανατολική προέλευση αυτού του δραματουργικού χορού. Ζεϊμπέκης σημαίνει ο άτακτος στρατιώτης του τουρκικού στρατού. Η αναφορά στο ρυθμό των 9/8 αλλά και στον ίδιο το χορό, διαπιστώνεται ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους. Σωσμένες τοιχογραφίες απεικονίζουν λαϊκούς οργανοπαίχτες, να κρατούν στα χέρια τους τον επονομαζόμενο ταμπουρά, πρόδρομο του σημερινού μπουζουκιού. Είναι γεγονός πως περιοχές όπως η Χίος και η Μυτιλήνη, ίσως εξαιτίας της γειτνίασης τους με τα παράλια της Ιωνίας γης, απορρόφησαν την κουλτούρα του ζεϊμπέκικου πρώτοι σε σχέση με το υπόλοιπο του ελλαδικού πληθυσμού. Ο διωγμός του 1922 ήταν η αφορμή για την ευρεία διάδοση του συγκεκριμένου χορού. Φυσικά η πρώιμη εισαγωγή του στην ελληνική επικράτεια συνοδεύτηκε από λοιδορίες και υποτίμηση. Οι εθνικόφρονες θεώρησαν αυτό το είδος τέχνης ως ένα κατάλοιπο της αέναης τουρκικής παρουσίας στη χώρα, ενώ τόσο η εκκλησία όσο και η δεσποτική, ανώτερη τάξη αποδοκίμασε το χορό αυτό που αργότερα παρέσυρε στον ιερό του ρυθμό το σύνολο των Ελλήνων, φιλικά ή μη προσκείμενων σε αυτόν. Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης τέχνης κατά τον προηγούμενο αιώνα, ο Κώστας Τσαρούχης, με το διαρκώς φρέσκο και μοντέρνο λόγο του ήταν ίσως από τους πρώτους που ανέδειξε την καλλιτεχνική υπόσταση του ζεϊμπέκικου, τόσο στο επίπεδο της ζωγραφικής, όσο και στην κοινωνική του επίδραση. Ο ίδιος, στον τόμο «Αγαθόν το εξομολογείσθαι», των εκδόσεων Καστανιώτης αναφέρεται στο ζεϊμπέκικο. Αναφέρει:
«Το 1934 είδα αληθινούς ζεϊμπέκηδες που μπαρκάρανε στη Σμύρνη, στο πλοίο που με πήγαινε στην Κωνσταντινούπολη. Πήγαινα να δω τα μωσαϊκά στην Αγία Σοφία, που εκείνο τον καιρό είχε ξεσκεπάσει ο Αμερικανός βυζαντινολόγος Ουίτμορ. Αυτοί οι ζεϊμπέκηδες ήταν ντυμένοι με τις παλιές στολές τους και έμοιαζαν πολύ μ’ αυτούς που είχε ζωγραφίσει ο Γύζης και ο Λύτρας. Ο ένας απ’ αυτούς, ως τριανταπέντε χρονών, μιλούσε καλά ελληνικά και μου έλεγε διάφορα πράγματα. Ιδίως μου μιλούσε για το πώς χόρευε ένας νεαρός που ήταν μαζί τους και όλο έλεγε ότι κανείς δεν τον φτάνει στο χορό. Προς το ηλιοβασίλεμα, όταν ξεκίνησε το πλοίο για την Πόλη, ο νεαρός χόρεψε πάνω στο κατάστρωμα.Ήταν κοντός και χοντροκόκαλος, αλλά μόλις άρχισε να κινείται πραγματικά μετεμορφώθη. Δεν ήταν πια το ίδιο πρόσωπο. Την ανδρεία του, γιατί ήταν ανδρείος πολύ, σχεδόν άγριος, συνεπλήρωνε περίεργα ένα είδος ταπεινότητος και ένα είδος ευγνωμοσύνης, που δεν ήταν γνωστό ποιον απευθύνεται και ήταν σαν να ευγνωμονεί, με πολλή σεμνότητα ένα θεό, για το θαύμα που είναι η ζωή. Τον συνόδευε ένα τουμπελέκι, που χτυπούσε ένας άλλος ζεϊμπέκης, στο μαγικό ρυθμό 9/8.»
Ο πίνακας «Ζεϊμπέκικο» του Τσαρούχη υποδηλώνει δίχως αμφιβολία την εντύπωση, αλλά και το σεβασμό με τον οποίο ενέπνευσε ο χορός αυτό το πνεύμα του Τσαρούχη. Η απεικόνιση της μορφής κατά τα πρότυπα της εκκλησιαστικής ζωγραφικής, έγινε όχι για να προκαλέσει τη μήνη των θρησκόληπτων, αλλά για να αναδειχτεί η βαθύτερη στόχευση αυτού του χορού. Ο άνθρωπος, ο οποίος παραδίνεται στο στρόβιλο του ζεϊμπέκικου, παλεύει, κοπιάζει να μονιάσει μέσα του την πάλη με το θηρίο εκείνο, που λέγεται θεός. Το αστοιβές στεφάνι στον πίνακα του Τσαρούχη τονίζει την καθαγιαστική λειτουργεία του φρυγικού αυτού χορού.
Ο Μάνος Χατζιδάκις, αντιλαμβανόμενος και εκείνος την ορφική διάσταση του συγκεκριμένου χορού, τον χαρακτήρισε ως έναν από τους αρτιότερους, τονίζοντας την υποκριτική του διάσταση. Η στάση των δύο αυτών κύριων εκφραστών της σύγχρονης, ελληνικής τέχνης, αποκατάστησε την κατάφορη αδικία της «εν χριστώ» ελληνικής κοινωνίας και ανέδειξε το ζεϊμπέκικο ως έναν ιδιαίτερα δυναμικό και καλλιτεχνικό χορό.
Ο αρχαίος αυτός χορός, καθίσταται τέτοιος εξαιτίας της οικουμενικότητάς του. Συμπυκνώνει το θρήνο, την αξεπέραστη οδύνη που βαραίνει τον άνθρωπο. Δεν είναι εύθυμος χορός και ως τέτοιος δεν επιδεικνύεται παρά μόνον με τη συνείδηση της βαθιάς, αυτής εσωτερικότητάς του. Η προσαρμογή του στα σημερινά, αστεία πρότυπα εκτέλεσής του συμβαίνει κυρίως εξαιτίας της γενικότερης υποτίμησης και στρέβλωσης αξιών, τέχνης και απόψεων. Η ύπαρξή του όμως είναι συγκεκριμένη και δεν θίγεται από τις νεοελληνικά σημεία των καιρών μας.

Twitter
Myspace
Digg
Yahoo
Googlize this
Facebook
Wikio