
Ένας νέος, ως 25 ετών πήδηξε, παίρνοντας φόρα από τον ιερό βράχο της Ακροπόλεως.
Κανείς δεν ήξερε για εκείνον. Κανείς από τα μυριάδες πλήθη της πόλεως.»
Τώρα αιωρείται σαν πουλί αποδημητικό που ψαλιδίζει τον ουρανό σε χίλιες, κατάμαυρες λωρίδες ανθρώπου. Ο ίσκιος που τριγυρνούσε σαν σκυλί ανάμεσα στα πόδια του θρηνεί το ίνδαλμα που τον έθρεψε. Σπασμένα μέλη, αιμάτινες θρυαλλίδες σε φόντο οξύληκτο και ένας νέος, δίχως σινδόνη να φορά την αβάσταχτη σιωπή των πηγαδιών. Οι ξεχασμένες τρέμουσες δειλά, ευγενικά σαν μια συγχώρεση που έπρεπε να υπάρξει για εκείνον το νέο, θρηνούν και χύνονται με υψηλές ταχύτητες προς το χώμα που τώρα αναδύει οσμή ψυχής, ερημιά πέτρας. Ο ήλιος γνέφει προς τη νύχτα που τώρα στριμώχνεται στην εξώπορτα του χρόνου και όλος ο κόσμος αναλαμβάνει τις γνώριμες, αργές χειρονομίες της ζωής. Κάτι εκδικητικές μνήμες και ένα άγριο, πολύχρωμο λουλούδι θα σταθούν εδώ, στην αιμάτινη πέτρα και η παρουσία τους θα μοιάζει με εκείνη των όρνεων, καθώς προσδοκούν μερίδιο από το λαμπρό πέρασμα του θεριστή.
Ο νέος θα σηκωθεί στα θρυμματισμένα πόδια του και δίχως σώμα θα ακολουθήσει την πεπατημένη των σοφιστών, των ηρώων και των φονιάδων, με το σκουριασμένο μαχαίρι και τα τριάκοντα, αδιάθετα αργύρια. Και ύστερα, από ετούτη τη μέρα μονάχα το φθινόπωρο θα απομείνει με τα εμπορεύματά του ανεπίδοτα.
«Πήρε φόρα και αφέθηκε στο κενό», θα αναγράψουν οι αιμοσταγείς εφημερίδες που κρέμονται σαν όστρακα νεκρά σε σχοινιά και λευκότατα παρτέρια. Και κανείς ή τίποτα δεν θα θυμηθεί μετά από ημέρες το νέο που εχάθη σε εκείνη την διάφανη πια πέτρα. Μονάχα κάποια μάνα με μαύρο μαντήλι και μια ετοιμόρροπη, στραγγαλισμένη φωνή, άδεια λέξη, κουρασμένη κραυγή θα συλλογίζεται το μετέωρο βήμα της μονάκριβης νιότης και θα λυγά καθώς τα δέντρα στων ανέμων τις βλαστήμιες.

Twitter
Myspace
Digg
Yahoo
Googlize this
Facebook
Wikio